<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058</id><updated>2011-11-28T09:36:52.712+02:00</updated><category term='Σύλληψη'/><category term='τίτλος'/><category term='προδημοσίευση'/><category term='αναγνώσματα'/><category term='ελληνικότητα'/><category term='Χαρακτήρες'/><category term='προς τα ράφια'/><category term='προώθηση'/><category term='Μαγεία'/><category term='Χάρτης'/><category term='Αιγλωείς'/><category term='παραμύθια'/><category term='Πλάση'/><category term='Περιφέρειες'/><category term='στιγμές'/><category term='αναμονή'/><category term='συμβουλές για επίδοξους συγγραφείς'/><category term='Βασιλεία Αιγλωέων'/><category term='εξώφυλλο'/><title type='text'>Οι Γιοι της Στάχτης</title><subtitle type='html'>Οι "Γιοι της Στάχτης" είναι η σειρά φανταστικής λογοτεχνίας (φάνταζυ συγκεκριμένα) πάνω στην οποία δουλεύω επί του παρόντος. Το πρώτο της βιβλίο, "Κοράκι σε άλικο φόντο" κυκλοφορεί ήδη από τις εκδόσεις Πατάκη. &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post.html"&gt;(Για νέους επισκέπτες)&lt;/a&gt;</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>64</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-1611731088426050168</id><published>2011-11-28T08:20:00.001+02:00</published><updated>2011-11-28T09:35:33.934+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προώθηση'/><title type='text'>Κριτικές και συνεντεύξεις</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Έχει περάσει ένας χρόνος που κυκλοφόρησε το "Κοράκι σε άλικο φόντο" κι έτσι είπα να συγκεντρώσω σε μια ανάρτηση όλα όσα έχουν γραφεί στον Τύπο ή το διαδίκτυο για το βιβλίο. Αφήνω κατά μέρος τις παρουσιάσεις σε βιβλιοστήλες οι οποίες αναπαρήγαγαν απλά το κείμενο από το οπισθόφυλλο ή εκείνο από το δελτίο τύπου κι έτσι μένουν σχετικά λίγα πράγματα, αλλά όλα θετικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έγραψαν για το έργο μου λοιπόν...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;b&gt;- Βάσω Χρήστου, ΦανταστικάΧρονικά (το περιοδικό της ΑΛΕΦ), τεύχος 16 (Χειμώνας 2010-11):&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Το μυθιστόρημα φαντασίαςτου Ελευθέριου Κεραμίδα Κοράκι σε ΆλικοΦόντο είναι το πρώτο της σειράς «Οι Γιοι της Στάχτης» και ταυτόχρονα τοπρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ωστόσο, ούτε ο κόσμος, ούτε η πλοκή, ούτε ηγλώσσα του Ε. Κεραμίδα μαρτυρούν πως πρόκειται για πρώτο έργο. Κι αυτό γιατίόλα τα στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο είναι πραγματικά δουλεμένα και ώριμα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Ο χάρτης του έργου είναιμέρος μιας ευρύτερης περιοχής που θυμίζει την Ευρώπη μαζί με μέρος τηςΑνατολίας και των στεπών του βορρά ενώ ο τόπος των πρωταγωνιστών του – μεγεωγραφία και δομή πολύ κοντά στη Βυζαντινή – ονομάζεται Βασιλεία Αιγλωέων.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Ο συγγραφέας δείχνει ναξέρει πολύ καλά τον κόσμο του, να τον έχει ολοζώντανο στο μυαλό και στο έργοτου. Είναι φανερό ότι το χέρι που κινεί τα νήματα γνωρίζει πολύ καλά τισυμβαίνει κάθε στιγμή απ’ άκρη σ’ άκρη του χάρτη, και το περιγράφει μεσυνέπεια.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Πόλεις και παλάτια καιίντριγκες, δάση και ερημωμένες πολιτείες και μοναστήρια, μισθοφόροι καιαποστάτες και προδότες, δεν θα λείψουν απ’ όποιον τα περιμένει. Και θ’ανακαλύψει ότι είναι σωστά τοποθετημένα. Ο αναγνώστης θα βρει επίσηςενδιαφέροντα στοιχεία του φανταστικού, φαρμακείες και φαρμακολύτες, παράξεναδημιουργήματα, πλάσματα που έλκουν την καταγωγή τους πλάσματα που έλκουν τηνκαταγωγή τους από το βασίλειο του υπερφυσικού, ακόμα και μάγους και δράκους –αλλά μακριά από τους συνηθισμένους τους ρόλους. Πραγματικό και φανταστικόπλέκονται με μια λεπτή δεξιοτεχνία, καθώς οι τρεις πόλοι της ιστορίας – τρειςάντρες με εντελώς διαφορετικά σχέδια και προοπτικές – παίζουν ο καθένας το ρόλοτου για να εξυφάνουν τη μοίρα του βασιλείου. Μια διεφθαρμένη πρωτεύουσα, πουβρίθει από συνωμοσίες, ένα μοναστήρι όπου τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει,ένας φαινομενικά αδίστακτος μισθοφόρος με απώτερους σκοπούς και φόβους που ούτενα διανοηθούν μπορούν οι σύντροφοί του, μας ταξιδεύουν και μας αποκαλύπτουν ταπερισσότερα μέρη του λαμπρού βασιλείου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Η δομή του βιβλίου –μεγάλα κεφάλαια, αλλά με πολλά επιμέρους τμήματα, που μας μεταφέρουν από το ένασημείο στο άλλο – βοηθάει στην καλύτερη παράθεση των γεγονότων που συμβαίνουνταυτόχρονα, αλλά και στην κορύφωση της αγωνίας.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Η πλοκή είναι πυκνή, οιπεριγραφές δυνατές, οι σκηνές ολοζώντανες και αληθοφανείς. Σημαντικό τοστοιχείο της ισορροπίας μεταξύ περιγραφής, σχεδιασμού, δράσης, αλλά καισκέψεων-συναισθημάτων, ενώ πολύ θετική και η ενδιάμεση κορύφωση με τηναποκάλυψη της φύσης των Γιων της Στάχτης.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Τέλος, θα ήταν μεγάληπαράλειψη να μην τονιστεί πως ο Ε. Κεραμίδας έχει εξαιρετικά καλή και σωστήγραφή στο βιβλίο του, καθώς επίσης και ένα λεξιλόγιο όρων που θα ζήλευε καιιστορικός της εποχής. Απόλυτο &lt;span lang="EN-US"&gt;must &lt;/span&gt;για όσους ασχολούνται με φάντασυ!&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Κι αν ζυγίσουμε τα συνκαι τα πλην;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Στα θετικά: Που το βιβλίοείναι σχεδόν αυτοτελές, ενώ έχουμε να περιμένουμε και άλλα αντίστοιχης ποιότηταβιβλία για να ολοκληρώσουν τους Γιους της Στάχτης.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Στα αρνητικά: Που θαχρειαστεί να περιμένουμε αυτά τα βιβλία. &lt;b&gt;Εγώθέλω τη συνέχεια τώρα!&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;b&gt;- Δημήτρης Αργασταράς, www.bookpress.gr, 22.1.2011:&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;a href="http://www.bookpress.gr/diabasame/xeni-pezografia/fantastiko"&gt;Εδώ&lt;/a&gt; θα διαβάσετε το άρθρο "Τοπία του φανταστικού" που αναφέρει και το δικό μου έργο.&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;b&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;- Μαρία Βασιλείου, &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;Metal&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;Hammer&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt; &amp;amp;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;Heavy&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;Metal&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;, τεύχος318 (6&lt;sup&gt;ος&lt;/sup&gt; του 2011):&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;,&amp;quot;serif&amp;quot;; font-size: 12.0pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;i&gt;Δεν συναντάμε συχνάσυγγραφικές απόπειρες που να επιτυγχάνουν τόσα πολλά με τη μία: να καταξιώνουντον συγγραφέα ως αριστοτέχνη της αφηγηματικής δομής (καθώς φαίνεται να κατέχειμε άνεση τις ομολογουμένως δύσκολες τεχνικές του εκτενούς μυθιστορήματος) και ωςγοητευτικό μυθοπλάστη, υφαίνοντας μία πρωτότυπη και συναρπαστική περιπέτεια,ικανή να καθηλώσει τον απαιτητικό αναγνώστη του είδους. Ακόμη, να τραβήξει τηνπροσοχή του εκδοτικού ενδιαφέροντος, παρά τον ασυνήθιστο κι επομένωςριψοκίνδυνο χαρακτήρα του. Κι επιπλέον, να μην επιχειρήσει μία ακόμααναπαράσταση αγγλοσαξονικής παράδοσης, αλλά να καταπιαστεί μ’ ένα εντελώςασυνήθιστο πλαίσιο, μία εκδοχή του ελληνικού Μεσαίωνα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;u&gt;Γιατί να το διαβάσεις:&lt;/u&gt;&lt;i&gt; Απαραίτητο για κάθε αναγνώστη παρα-ιστορικήςπεριπέτειας και Φαντασίας.&lt;/i&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;b&gt;- Περιοδικό Glamour,&amp;nbsp;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;6&lt;/span&gt;&lt;sup style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;ος&lt;/sup&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&amp;nbsp;του 2011&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;a href="http://www.patakis.gr/Images/Files/Gl%CE%91%CE%9COYR_%CE%9A%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%20%CF%83%CE%B5%20%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%BF%20%CF%86%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF.pdf"&gt;Εδώ&lt;/a&gt; θα διαβάσετε τις βιβλιοπαρουσιάσεις ("Πάρε άλλο ένα βιβλίο από το ράφι")&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;b&gt;- Μάκης Πανώριος, The Books' Journal, τεύχος 8, 01/08/2011, απόσπασμα από το εκτενές άρθρο &lt;i&gt;"Φάνταζι" και φαντασία, &lt;/i&gt;βασισμένο στο κείμενο που εκφώνησε ο κύριος Πανώριος στην παρουσίαση του βιβλίου μου. Ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή στο αγαπημένο μας λογοτεχνικό είδος και δυστυχώς δεν υπάρχει online, ούτε γνωρίζω αν μπορώ να το αναπαράγω ολόκληρο εδώ):&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;To συγκεκριμένο, που το διεκπεραιώνει με ευχέρεια αφηγηματικής ικανότητας ο Ελευθέριος Κεραμίδας, καταργεί την ιστορική εντοπιότητα, και με την κατάλληλη μετάπλαση του πραγματικού γεωγραφικού τοπίου, καθώς επίσης και με τη χρησιμοποίηση πλούσιου πραγματολογικού υλικού, που αντλεί από την ευρωπαϊκή παράδοση, αλλά και τη μυθολογία και την προσφυγή σε ιστορικές περιόδους, αποκτά μια παγκόσμια διάσταση.&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;[...]&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;Η ιδιομορφία της γραφής του προέρχεται από το λαϊκό βυζαντινό αλλά και ευρωπαϊκό ιπποτικό μυθιστόρημα, το ανατολίτικο και δυτικό παραμύθι, θρύλους, μύθους, παραδόσεις. Έχοντας αφομοιώσει αυτές τις νόμιμες επιδράσεις, το αποτέλεσμα που παραδίνεται στον αναγνώστη του είναι μια γοητευτική τοιχογραφία τοπίων, προσώπων και καταστάσεων. Στην αρένα της συναντώνται το&amp;nbsp;&lt;i&gt;&lt;/i&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="display: inline !important;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;&lt;i&gt;ξίφος με το λαγούτο, ο ιππότης με τον τροβαδούρο, ο ιερωμένος με τον άρχοντα, Kat ο φαρμακός&amp;nbsp;&lt;/i&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;i&gt;&lt;i&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="display: inline !important;"&gt;με το επερχόμενο μέλλον. Ένα μέλλον η ποιότητα του οποίου εξαρτάται όχι μόνο από τη βελτίωση&lt;/div&gt;&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;της καθημερινότητας ως αποτέλεσμα ενός πιο ανθρώπινου κοινωνικοπολιτικού συστήματος,&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;αλλά κυρίως, από την καλλιέργεια της φαντασίας.&lt;/div&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;b&gt;- Ρίτα Γκούργκουλα, ιστολόγιο "Βιβλιο...λογίες"&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;a href="http://vivliologies.blogspot.com/2011/06/blog-post_24.html"&gt;Εδώ&lt;/a&gt; θα βρείτε την κριτική&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;Τέλος, &lt;a href="http://community.sff.gr/topic/8847-%ce%bf%ce%b9-%ce%b3%ce%b9%ce%bf%ce%b9-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ac%cf%87%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%cf%83%ce%b5-%ce%ac%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%86%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b5%cf%81%ce%b1%ce%bc/page__view__findpost__p__164218"&gt;εδώ&lt;/a&gt; θα βρείτε την συζήτηση που γίνεται για το βιβλίο μου στο ελληνικό φόρουμ του φανταστικού sff.gr, σε πολύ πιο ανεπίσημο τόνο. Σας παραπέμπω στην πρώτη κριτική, μετά τα συγχαρητήρια για την έκδοση και τα λοιπά διαδικαστικά.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;Επίσης, έχω δώσει τις εξής συνεντεύξεις:&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif; font-size: 16px;"&gt;- &lt;a href="http://community.sff.gr/topic/13031-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BB/"&gt;Στον Αντώνη Πάσχο για το sff.gr&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://community.sff.gr/topic/13031-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BB/" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;Στον Γιάννη Πλιώτα για το ιστολόγιο "Σελίδα για άλλες σελίδες"&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;Φυσικά, αν έχω παραλείψει κάτι, από αμέλεια ή άγνοια, είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτο να με ενημερώσετε.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-1611731088426050168?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/1611731088426050168/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=1611731088426050168&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1611731088426050168'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1611731088426050168'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2011/11/blog-post.html' title='Κριτικές και συνεντεύξεις'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-1996539854686877860</id><published>2011-11-18T23:27:00.001+02:00</published><updated>2011-11-28T09:36:52.721+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 11</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Έχει τόσο καιρό να εμφανιστεί νέα ανάρτηση στο ιστολόγιο που ίσως κάποιοι να μη γνωρίζουν ή να μη θυμούνται τι είναι οι Στιγμές. Σε τέτοια περίπτωση, ρίξτε μια ματιά &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τα άλλα, δε θα πω ότι θα προσπαθήσω να έχω μια καινούρια ανάρτηση κάθε τόσο, γιατί το έχω ήδη πει και δεν έχω κατορθώσει να το τηρήσω. Θα πω μόνο πως θα κάνω ό,τι καλύτεορ μπορώ με το ιστολόγιο - και θα δούμε τι θα είναι αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center" class="MsoNormal" style="text-align: center;"&gt;&lt;b style="mso-bidi-font-weight: normal;"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Πριγκίπισσα Αγαθή&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="center" class="MsoNormal" style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Η αύρα κόπαζε στιγμιαία κι ύστερα ξεκινούσεξανά, σαν ανάσα. Ερχόταν από την πλευρά της θάλασσας, υγρή κι αμυδρή, ίδια με χάδιαπό ελαφρά βρεγμένο χέρι.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Ήταν όμορφη μέρα, ο ουρανός πεντακάθαρος, ηζέστη κι η δροσιά ευχάριστες μέσα στην ισορροπία τους. Όλοι στο Σεπτό Παλάτιείχαν αναζητήσει αφορμή για να βγουν στους κήπους. Οι υπηρέτες κι οι τεχνίτες θυμήθηκαντις υπαίθριες εργασίες που είχαν παραμελήσει όσο είχε κρατήσει η καλοκαιρινήκάψα. Οι στρατιώτες έστεκαν ευθυτενείς αντί να λαγοκοιμούνται στη σκιάστηριγμένοι στα δόρατά τους. Οι αξιωματούχοι αποφάσισαν πως ήταν καιρός να κάνουνεπιθεωρήσεις.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Οι πολύ υψηλόβαθμοι, βέβαια, δε χρειάζοντανδικαιολογίες· ο Μέγας Λογοθέτης Σεβαστιανός είχε απλά προστάξει να μεταφέρουνένα γραφείο στην αυλή των διαμερισμάτων του για να δουλέψει εκεί. Η Αγαθήστάθηκε μαζί με τις συνοδούς της σεμνά δυο βήματα μακριά του, περιμένονταςυπομονετικά να ασχοληθεί μαζί της. Δάχτυλα ηλιόφωτος κυμάτιζαν πάνω της και στοπλακόστρωτο γύρω της, όπως το αεράκι έκανε τα φύλλα της κληματαριάς νακυματίζουν. Ο μεσήλικος άντρας σταμάτησε να διαβάζει μετά από λίγο, σήκωσε τοβλέμμα του και αντιλήφθηκε της παρουσία της. Έκανε μια αφηρημένη κίνηση που θαμπορούσε να είναι κοφτό νεύμα χαιρετισμού, μα αντί να της μιλήσει άρχισε να γράφειμανιωδώς. Είχε συνοφρυωθεί κι ήταν φανερό πως πάσχιζε να κάνει τις σκέψεις του λέξειςπριν ξεγλιστρήσουν από το νου του.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Η Αγαθή έμεινε να ακούει το γρατσούνισμα τηςγραφίδας πάνω στην περγαμηνή, αμυδρό ανάμεσα στο τραγούδι των τζιτζικιών.Διέκρινε καθαρά το κείμενο – τα βαθυγάλαζα μάτια της δεν ήταν μόνο όμορφα, αλλάκαι κοφτερά. Ο Μέγας Λογοθέτης είχε καταπιαστεί με στρατιωτικά θέματα. Τον είδενα γράφει εκ παραδρομής ‘προσβολή του εχθρού’ αντί για ‘προβολή του εχθρού’. Καιστις δυο περιπτώσεις έβγαινε νόημα, μα διαφορετικό. Και κάποιος λιγότεροοξυδερκής δε θα υποψιαζόταν πως η ‘προσβολή’, αν και πιο συνήθης έκφραση, δενταίριαζε με τον ειρμό του κειμένου. Πήρε βαθιά ανάσα κι άνοιξε το στόμα της γιανα του επισημάνει το σφάλμα, αλλά δεν τόλμησε να πάρει το λόγο μόνη της. Ένιωσετο βλέμμα της θείας της να πέφτει επικριτικό πάνω της, να της καίει την πλάτη.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Η Ισμήνη, ένα μόλις βήμα πίσω από τηνπριγκίπισσα, κατείχε άριστα τη γλώσσα των σωμάτων· θα είχε αναγνωρίσει τοδισταγμό της, έστω κι αν δε θα είχε κατανοήσει ποιο ήταν το αντικείμενό του. Καιγι’ αυτό ακριβώς την είχε πάρει μαζί της η Αγαθή, τη θεία και τροφό της, γιατίήταν μαχητική, την ενθάρρυνε να διεκδικεί και την επέκρινε πάντα ότανσυμβιβαζόταν. Δε θα της επέτρεπε να λιποψυχήσει. Για τον ίδιο λόγο η Αγαθή δενείχε πάρει μαζί της την άλλη τροφό της, τη γερόντισσα Ουρανία, που ήταν αδελφήτης Ισμήνης. Εκείνη, σαν μοναχή, πάσχιζε να είναι ήπια και συγκαταβατική και τοίδιο παρότρυνε και τους άλλους να κάνουν.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Ο Σεβαστιανός άφησε ξαφνικά το έγγραφο στηνάκρη και ύψωσε το βλέμμα του από το γραφείο, καθυστερώντας φευγαλέα στο ύψοςτων γοφών της πριγκίπισσας και ξανά στο στήθος της. Όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσοσυχνότερα της συνέβαινε αυτό με τους άντρες, σαφής απόδειξη πως δεν ήταν πιακορίτσι αλλά γινόταν γυναίκα. Γυναίκα με πολύ θελκτικό σώμα. Στην αρχήκοκκίνιζε από ντροπή κι αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι της, γιατί η αλλαγήήταν πολύ έντονη στο λευκό της δέρμα. Αλλά με τις συμβουλές της Ισμήνης και τηδυνατή της θέληση είχε κατορθώσει να καταπνίξει την αυθόρμητη αντίδραση.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Καλώς τες» τις υποδέχτηκε και επίσημα ο ΜέγαςΛογοθέτης.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Πάνω στην ώρα, οι υπηρέτες του έφεραν καθίσματακαι κεράσματα. Οι δυο γυναίκες δέχτηκαν τις περιποιήσεις και ρώτησαν τι κάνει ογιος του Σεβαστιανού, ο Πελάγιος, που ήταν σύντροφος στα παιδικά παιχνίδια τηςΑγαθής χρόνια πριν. Είπαν κι όλα τα άλλα πράγματα που επέβαλε η ευγένεια, μαδεν είχαν λησμονήσει το λόγο της επίσκεψής τους.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Θα ήθελα την έγκρισή σου, θείε» δήλωσε τελικάη πριγκίπισσα.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του μεσήλικουάντρα. Δεν ήταν πραγματικά συγγενείς κι είχε να την ακούσει να τον αποκαλείέτσι από τα μικράτα της. Σ’ αυτή τη νοσταλγική αντίδραση είχε ελπίσει και ηΑγαθή και γι’ αυτό είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη λέξη.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Για ποιο πράγμα θες δική μου έγκριση κι όχιτου πατέρα σου;» τη ρώτησε, ακόμη χαμογελαστός.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Ονειρεύομαι να σπουδάσω στο Πανδιδακτήριο»αποκρίθηκε η κοπέλα. «Αν το πεις εσύ, θα γίνει».&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Ο Μέγας Λογοθέτης έξυσε τα γκριζαρισμένα γένιατου αμήχανος κι έριξε μια ερωτηματική ματιά στην Ισμήνη.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Υπάρχουν πολύ πιο ταιριαστές ασχολίες για μιαγυναίκα της αυτοκρατορικής οικογένειας από το να τυλίγουν επιδέσμους» είπε. «Ακόμηκι αν ξαναγίνει πόλεμος – κι ελπίζω να μην το δω όσο ζω».&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Δεν επιθυμώ να ασχοληθώ με τη Θεραπευτική» εξήγησεη πριγκίπισσα.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Οι γυναίκες δε σπουδάζουν τίποτε άλλο στοΠανδιδακτήριο» τον άκουσε να απαντάει σφιγμένος.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Ως τώρα» επέμεινε η πριγκίπισσα.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Δε δείλιασε. Δε χαμήλωσε το βλέμμα της.Συνέχισε να κοιτάζει το δεξί χέρι του πατέρα της, τον άνθρωπο που σε μεγάλοβαθμό όριζε τη χώρα. Προσηλώθηκε στα σκούρα μάτια του. Κι είδε τα φρύδια του νασμίγουν σιγά-σιγά γεμάτα προβληματισμό.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Εκτός αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος πουπρέπει να συνεχιστεί αυτός ο αποκλεισμός» παρενέβη η Ισμήνη με γλυκό ύφος.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Τα λόγια της έμοιαζαν αυθόρμητα, μα η Αγαθήήξερε πως η θεία της με πονηριά κατεύθυνε τους άντρες όπως κατεύθυνε και τηβελόνα ή τη σαΐτα του αργαλειού. Δεν τη στενοχωρούσε καθόλου που η Εκκλησία τουΔημιουργού απαγόρευε το δεύτερο γάμο σε όσους χήρευαν. Πολύ όμορφη και σχετικάνέα, με σημαντική περιουσία, φημισμένη για τη νοικοκυροσύνη της, εύκολα θαέβρισκε σύζυγο. Μα η ανιψιά της την είχε ακούσει δεκάδες φορές να λέει πόσοευτυχισμένη ήταν χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι της.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Βαλλόμενος από δυο πλευρές, ο Σεβαστιανόςμαλάκωσε. Σηκώθηκε και απάντησε μειλίχια:&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Έχω καθήκον να εξασφαλίζω πως η αυτοκρατορικήοικογένεια αξιοποιεί το χρόνο της για να φανεί χρήσιμη στο λαό. Ο μεγαλειότατοςθα είχε περάσει όλη του την εφηβεία στα κυνήγια και στον ιππόδρομο αν του τοείχαν επιτρέψει οι προκάτοχοί μου. Θα ήταν σωστό κάτι τέτοιο; Θα ήταν αντάξιοτου θρόνου;»&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Μα δε ζητώ διασκεδάσεις!» διαμαρτυρήθηκε ηΑγαθή, εξοργισμένη για τη σύγκριση. «Γνώσεις ζητώ, που θα τις χρειαστώ ότανβρεθώ σύζυγος στο πλευρό κάποιου ηγεμόνα!»&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;«Οι γνώσεις δεν είναι χρήματα, να τιςαποθησαυρίζουμε» αντέτεινε ο Σεβαστιανός. «Ήδη έχεις στη διάθεσή σου τιςκαλύτερες διδασκάλισσες της χώρας. Ειλικρινά δε νομίζω πως υπάρχει πιο μορφωμένηγυναίκα στην Πλάση απ’ τη δέσποινα Ουρανία. Ξέρει περισσότερα από μένα. Παίζειτην Αριθμητική στα δάχτυλα. Απαγγέλει από στήθους τα κείμενα των ΠαλιώνΑιγλωέων. Υμνογραφεί. Είναι όμως ικανή να κάνει τη δική μου δουλειά; Σε τι θαβοηθήσει τον μελλοντικό σου σύζυγο αν διδαχθείς, ας πούμε, Αστρονομία;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;»Σου μιλάω σαν να είσαι δική μου θυγατέρα. Μάθεόσα μπορείς, μάθε κι όσα σου αρέσουν, αλλά δώσε προτεραιότητα σ’ αυτά πουπραγματικά τιμούν μια γυναίκα. Βάλε πρώτη την ανέμη και δεύτερη τη γραφίδα.Μιας και μίλησες για γάμο, μην ακολουθήσεις το παράδειγμα της γερόντισσαςΟυρανίας. Με διάφορες δικαιολογίες κατόρθωσε να μείνει ανύπαντρη καιυποπτεύομαι πως κατά βάθος το επέλεξε γιατί δεν ήθελε περισπασμούς από τιςμελέτες της. Αξιοθαύμαστη κατά τα άλλα, μοναδική, αλλά – με όλο το θάρρος –άχρηστη. Τι έχει προσφέρει μια γυναίκα στην κοινωνία, αν δεν έχει προσφέρει έναπαιδί;»&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Η πριγκίπισσα ένιωσε το αίμα να πυρώνει τοπρόσωπό της, ακόμη και τα αυτιά της. Δεν ενοχλήθηκε, ούτε έσκυψε για να κρυφτεί.Ήταν έξαλλη. Γιατί δεν την καταλάβαινε; Γιατί δεν ήθελε να την καταλάβει; Ήτανπανέξυπνος, δε μπορεί να μην έβλεπε πόσο μεγάλο όφελος θα είχε ένας βασιλιάς ήαυτοκράτορας αν η ίδια του η σύντροφος γνώριζε Ρητορική ή Νομική! Μήπως τόσηώρα τα λόγια του ήταν ύπουλα, διπλωματικά, με μόνο στόχο να την ξεγελάσουν καινα την εξευμενίσουν; Και πού το πήγαινε; Σκόπευε να της προσφέρει κάτι; Κάτιμικρό κι ασήμαντο για να την κάνει να ξεχάσει το όνειρό της; Μήπως ο ΜέγαςΛογοθέτης πίστευε τελικά πως οι γυναίκες σε τίποτε δε μπορούσαν να είναιισάξιες με τους άντρες; Δηλαδή, τι; Την προόριζε μόνο για να διακοσμήσει κάποιαΑυλή με την παρουσία της και για να γεννήσει διαδόχους, να ακούει και ναυπακούει σιωπηρή; Ή μήπως επειδή είχε χηρέψει νεότατος ο ίδιος ο Σεβαστιανόςδεν είχε προλάβει να γνωρίσει την αληθινή αξία της γυναικείας στήριξης και δεμπορούσε να τη φανταστεί καν;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Ω, πόσο σύγχυση και πόσος θυμός! Είχε διδαχτείαπό την Ισμήνη να ξεδιαλέγει τις σκέψεις της, να τις βάζει σε μια λογική σειράκαι να τις κάνει ευγενικό λόγο με συνοχή. Αλλά για πρώτη φορά δεν ένιωθε ικανή.Την τρέλαινε αυτό το κουβάρι των παράλογων επιχειρημάτων του!&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Έσφιξε τις μικροσκοπικές γροθιές της, όρθωσετο ανάστημά της που ήδη ήταν παρόμοιο με του βραχύσωμου Σεβαστιανού και με ταγαλανά μάτια της να πετούν σπίθες, μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωήτης χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν τι θα πει.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-1996539854686877860?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/1996539854686877860/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=1996539854686877860&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1996539854686877860'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1996539854686877860'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2011/11/11.html' title='Στιγμή 11'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-8710492316399763284</id><published>2011-06-25T11:51:00.002+03:00</published><updated>2011-06-25T11:55:36.233+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='συμβουλές για επίδοξους συγγραφείς'/><title type='text'>Cover letter/Συνοδευτική επιστολή χειρογράφου</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: left;"&gt;Cover letter είναι «η επιστολή που συνοδεύει ένα άλλο έγγραφο».&lt;/div&gt;&lt;br /&gt; Τη δεύτερη φορά που υπέβαλα το «Κοράκι» σε εκδότη, στον Πατάκη δηλαδή  που το έκανε δεκτό, είχα βάλει μια τέτοια επιστολή στο φάκελο μαζί με το  χειρόγραφο. Κι αργότερα μου είπαν ότι η παρουσία της βοήθησε το βιβλίο,  οπότε όσοι ενδιαφέρεστε να στείλετε βιβλίο σε εκδοτικό οίκο στον οποίο  δε γνωρίζετε κανέναν, συνεχίστε να διαβάζετε την ανάρτηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt; Τα παρακάτω προτεινόμενα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής, δε  μπορώ να τα τεκμηριώσω. Προέκυψαν από τη λογική, συμβουλές που διάβασα  στο δίκτυο (για την αγγλόφωνο κόσμο του βιβλίου που είναι εντελώς  διαφορετικός από το δικό μας), από άσχετες συζητήσεις με τους ανθρώπους  των εκδόσεων Πατάκη (ούτε υπάρχει κάποιο στάνταρ, ούτε κανείς μου είπε  «αυτό θέλουμε») και από την επιστολή που ο ίδιος έγραψα για το δικό μου  βιβλίο. Δηλαδή, δεν αποτελούν ευαγγέλιο όσα θα πω· όποιος θέλει τα  δέχεται. Όσα από αυτά θέλει, αν δεν του κάνουν όλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   &lt;strong class="bbc"&gt;Σε τι μπορεί να βοηθήσει μια συνοδευτική επιστολή&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Κάποτε είχα διαβάσει για το εξωτερικό ότι χειρόγραφα που δε  συνοδεύονται από cover letter δε θα μπαίνουν καν στη διαδικασία  επιλογής, αλλά θα πηγαίνουν στον κάλαθο των αχρήστων (ιδίως σε  περιοδικά, αν και τα χειρόγραφα που δέχονται είναι πολύ μικρότερα από  ένα βιβλίο). Τότε δεν υπήρχε το διαδίκτυο και το λεξικό δεν αρκούσε για  να μάθω τι ήταν επιτέλους αυτό το cover letter. Τώρα που ξέρω,  καταλαβαίνω και γιατί του δίνουν τόση σημασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Το πλήθος των χειρογράφων που δέχεται ένας εκδοτικός οίκος κάθε μήνα  είναι πολύ μεγάλο, ενώ μπορεί να απασχολήσει περιορισμένο αριθμό  επαγγελματιών αναγνωστών (ανθρώπων που πληρώνονται για να τα διαβάζουν  και να κάνουν το πρώτο ξεσκαρτάρισμα). Πολλά από τα χειρόγραφα είναι  απαράδεκτα και δε διαβάζονται, ενώ αρκετά ακόμη είναι μέτρια/αδιάφορα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Οι επαγγελματίες αναγνώστες σέβονται τη δουλειά που χρειάστηκε για  τις 100, 200 ή και 500 σελίδες ενός βιβλίου. Αλλά ποτέ δεν είναι η  ανάγνωση αποκλειστική εργασία τους, ούτε και βγήκαν από τις  θερμοκοιτίδες του Μάτριξ. Με λίγα λόγια, ο χρόνος τους δεν είναι  άπειρος, ούτε αρέσουν στον καθένα όλα τα είδη λογοτεχνίας, ούτε γνωρίζει  όλα τα είδη λογοτεχνίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Επίσης, δεν επιλέγουν αυτοί τη στρατηγική του οίκου για τον οποίο  δουλεύουν. Αν εντοπίσουν ένα βιβλίο που το θεωρούν καλό και το  προωθήσουν, δε σημαίνει πως θα γίνει αποδεκτό. Μπορεί π.χ. να είναι  αστυνομικό κι ο οίκος να μη θέλει άλλα αστυνομικά τη δεδομένη στιγμή,  είτε γιατί έχει ήδη επιλέξει αρκετά για τα επόμενα δυο χρόνια, είτε  γιατί θεωρεί πως δεν είναι της μόδας της συγκεκριμένη περίοδο τα  αστυνομικά (τα παραδείγματα είναι τυχαία).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Όλα αυτά, τις ικανότητες του κάθε επαγγελματία αναγνώστη και τον  προγραμματισμό, τα ξέρει καλύτερα ο υπεύθυνος των χειρογράφων, γιατί  αυτή είναι η δουλειά του. Μια συνοδευτική επιστολή θα τον βοηθήσει να  επιλέξει σε ποιον από τους αναγνώστες που έχει στη διάθεσή του θα το  αναθέσει και τι προτεραιότητα θα του δώσει. Σειρά προτεραιότητας δεν  τηρείται αυστηρά, δηλαδή ένα χειρόγραφο που έφτασε πριν από ένα άλλο, δε  θα αξιολογηθεί απαραίτητα και πρώτο. Κι αυτό γιατί η αγορά και η ζήτηση  αλλάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Για να συνοψίσω την ουσία: η συνοδευτική επιστολή μπορεί να βοηθήσει  να ασχοληθεί με το χειρόγραφό σας ο άνθρωπος του οίκου που θα το  εκτιμήσει περισσότερο, μπορεί να βοηθήσει να το δουν γρηγορότερα και  μπορεί να βοηθήσει να το δουν μαζί με άλλα αντίστοιχα (από τα οποία  ελπίζουμε πως θα είναι καλύτερο και δε θα του φάνε τη θέση στο πρόγραμμα  του εκδοτικού οίκου μόνο και μόνο επειδή έτυχε να υποβληθούν νωρίτερα).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Κι αν έχει το αντίθετο αποτέλεσμα; Αν η επιστολή κάνει τον οίκο να  καθυστερήσει ν’ ασχοληθεί με το χειρόγραφο ή να θεωρήσει πως δεν τον  ενδιαφέρει καθόλου και να το απορρίψει; Η γνώμη μου είναι πως αυτές δεν  είναι κυριολεκτικά κακές εξελίξεις. Αν η συνοδευτική επιστολή έχει  γραφτεί σωστά και αντιπροσωπεύει το βιβλίο, τότε καλύτερα να το  διαβάσουν σε μια περίοδο πιο ευνοϊκή για το ίδιο κι ας είναι αυτή δυο  μήνες πιο πίσω. Και αν πραγματικά δεν τους ενδιαφέρει, τι είναι  προτιμότερο; Να δοθεί άμεσα η αρνητική απάντηση, απελευθερώνοντας το  συγγραφέα να το στείλει σε άλλους ή να απαντήσει σε προτάσεις που μπορεί  να του έχουν γίνει στο μεταξύ; Ή να μείνει το χειρόγραφο σε κάποια  στοίβα για τρεις-τέσσερις μήνες και μετά να δοθεί η αρνητική απάντηση  μόλις διαβαστεί, πιθανώς ούτε καν ολόκληρο αφού θα καταλάβουν από τις  πρώτες σελίδες πως δεν είναι αυτό που θέλουν;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Κι απ’ ότι έχω καταλάβει, ποτέ ένα χειρόγραφο δεν επιστρέφεται  πραγματικά αδιάβαστο, τουλάχιστον από οίκους που αξίζουν τον κόπο να  ασχοληθεί κανείς μαζί τους. Θα κάνουν τον κόπο να ρίξουν μια ματιά στη  γραφή, γιατί ακόμη κι αν το βιβλίο αξίζει να το απορρίψουν, αυτό δε  σημαίνει πως κι ο συγγραφέας αξίζει να τον απορρίψουν!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   &lt;strong class="bbc"&gt;Τα περιεχόμενα μιας συνοδευτικής επιστολής&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Όταν και να γράψετε μέσα στο cover letter σας, συνολικά δε θα πρέπει  να είναι πάνω από τα τρία τέταρτα μιας σελίδας, με κενές γραμμές  ανάμεσα στις παραγράφους. Αν έχετε γράψει ένα σωρό κείμενο, μια  τιγκαρισμένη σελίδα και παραπάνω, γιατί να μη διαβάσουν απευθείας την  πρώτη σελίδα του χειρογράφου αντί για την επιστολή; Κι αυτή θα τους πει  πολλά κι ίσως πιο αντιπροσωπευτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Κατά τα άλλα, προσπαθήστε να απαντήσετε τις παρακάτω ερωτήσεις, περίπου μ’ αυτή τη σειρά:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   1.      Γιατί στέλνετε το χειρόγραφό σας σ’ αυτόν τον οίκο; Δεν  είναι πραγματικά απαραίτητη αυτή η πληροφορία, αλλά αν δε μπορείτε να  δώσετε την απάντηση ούτε και στον εαυτό σας, τότε μάλλον δεν είναι σωστή  κίνηση να το χειρόγραφο σας εκεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt; 2.      Τι είναι αυτό που στέλνετε, με μια φράση; Μυθιστόρημα, συλλογή  διηγημάτων, νουβέλα; Σε ποιο είδος ανήκει; Αυτοτελές, πρώτο σε σειρά,  αυτοτελές αλλά με περιθώριο για συνέχειες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt; 3.      Σε τι κοινό απευθύνεται; Ηλικιακά και από άποψη προτιμήσεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt; 4.      Γιατί θα το ήθελε ο εκδοτικός οίκος; Ποιο είναι το δυνατό του  σημείο; Τι το κάνει να ξεχωρίζει από μια άλλη παρόμοια υποβολή; Αν  υπάρχει κάποιο σημείο που αποζημιώνει, π.χ. μια δυνατή ανατροπή στη  μέση, μη διστάσετε να το πείτε για να διαβάσουν οπωσδήποτε (ως) εκεί  πριν κρίνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Για παράδειγμα, μια συνοδευτική επιστολή προς τις &lt;a href="http://voreiodytikes.blogspot.com/"&gt;Βορειοδυτικές Εκδόσεις&lt;/a&gt; για κάποιο υποθετικό βιβλίο:&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-ARhuWWkqVJA/TgWh8b2coGI/AAAAAAAAAEI/VSnvnDpuTZM/s1600/coverlet2.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img src="http://1.bp.blogspot.com/-ARhuWWkqVJA/TgWh8b2coGI/AAAAAAAAAEI/VSnvnDpuTZM/s400/coverlet2.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5622077769482281058" style="display: block; margin-top: 0px; margin-right: auto; margin-bottom: 10px; margin-left: auto; text-align: center; cursor: pointer; width: 283px; height: 400px; " /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εγώ αυτά είχα να σα πω κι ελπίζω να σας φανούν χρήσιμα. Καλή σας επιτυχία.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-8710492316399763284?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/8710492316399763284/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=8710492316399763284&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8710492316399763284'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8710492316399763284'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2011/06/cover-letter.html' title='Cover letter/Συνοδευτική επιστολή χειρογράφου'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-ARhuWWkqVJA/TgWh8b2coGI/AAAAAAAAAEI/VSnvnDpuTZM/s72-c/coverlet2.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7389830565059851030</id><published>2011-05-24T08:54:00.009+03:00</published><updated>2011-05-24T13:50:19.935+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='εξώφυλλο'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προώθηση'/><title type='text'>Πώς φτιάχτηκε το εξώφυλλο</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: left;"&gt;Είχα την εντύπωση πως αυτήν εδώ την ανάρτηση την είχα κάνει πριν από καιρό, αλλά μέσα στο φόρτο υποχρεώσεων που με έχει καταπλακώσει μέσα στο 2011, την είχα ξεχάσει τελείως. Δυστυχώς, το ιστολόγιό μου εδώ και κάποιον καιρό δεν είναι τόσο δραστήριο όσο θα ήθελα κι όσο θα έπρεπε, αλλά κάποια πράγματα πρέπει οπωσδήποτε να ειπωθούν (κι ελπίζω να είναι η αρχή μιας νέας γόνιμης περιόδου)&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όπως έχω πει και &lt;a href="http://community.sff.gr/topic/8847-%ce%bf%ce%b9-%ce%b3%ce%b9%ce%bf%ce%b9-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ac%cf%87%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%cf%83%ce%b5-%ce%ac%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%86%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b5%cf%81%ce%b1%ce%bc/page__view__findpost__p__178501"&gt;αλλού&lt;/a&gt;, είχα την τύχη να δω το βιβλίο μου περίοπτο σε αρκετές βιτρίνες βιβλιοπωλείων για αρκετές εβδομάδες, πράγμα που σίγουρα βοηθά στις πωλήσεις.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σίγουρα, αυτό οφείλεται στην προώθηση από τις εκδόσεις Πατάκη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αλλά όταν μιλάμε για μικρά και/ή επαρχιακά βιβλιοπωλεία, όπου η επαφή με τους εκδοτικούς οίκους είναι λιγότερο άμεση, είμαι βέβαιος πως μέτρησε η εμφάνισή του. δηλαδή, ο άνθρωπος που έφτιαξε τη βιτρίνα, επέλεξε το βιβλίο μου ανάμεσα στις άλλες κυκλοφορίες επειδή έχει εντυπωσιακό εξώφυλλο που "πιάνει" το μάτι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο δημιουργός του είναι ο εξαίρετος επαγγελματίας Γιώργος Ναζλής (μπορείτε να δείτε άλλες δουλειές του &lt;a href="http://www.g-nazlis.com/"&gt;στον ιστότοπό&lt;/a&gt; του και στον ιστότοπο καλλιτεχνών &lt;a href="http://gnazlis.deviantart.com/"&gt;deviantart&lt;/a&gt; - αξίζει να ρίξετε μια ματιά στη δουλειά που έκανε για τη Black Duck). Μου αρέσει πολύ ο τρόπος με τον οποίο επεξεργάζεται τα σκίτσα και τα αναδεικνύει. Αλλά το θέμα αυτής της συνάρτησης είναι η λεπτοδουλειά που έκανε για το δικό μου εξώφυλλο πριν την επεξεργασία και δεν είναι εντελώς ορατή στο εκτυπωμένο αποτέλεσμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν πρωτοείδα αυτό το χρωματιστό προσχέδιο, ένιωσα σαν να είχε κάνει βουτιά στον βυθό του μυαλού μου και να είχε ανασύρει εικόνες που για πρώτη φορά τις έβλεπα ξεκάθαρες κι ο ίδιος:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-9T-zNDdRYrE/TdtJ4cZrAsI/AAAAAAAAADc/2TmoTIU77Rk/s1600/Idea%2B2.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img src="http://2.bp.blogspot.com/-9T-zNDdRYrE/TdtJ4cZrAsI/AAAAAAAAADc/2TmoTIU77Rk/s400/Idea%2B2.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5610158994865455810" style="display: block; margin-top: 0px; margin-right: auto; margin-bottom: 10px; margin-left: auto; text-align: center; cursor: pointer; width: 400px; height: 188px; " /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το μοναστήρι, ο ορίζοντας και ο φωτισμός γενικότερα με εντυπωσίασαν πραγματικά. Αξίζει να δώσετε προσοχή στις λεπτομέρειες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εντάξει, είχαμε κάνει κάποια συζήτηση, αλλά ήταν σε γενικό επίπεδο, με σκόρπιες ιδέες και εικόνες που άφηναν πολλά στη διακριτική του ευχέρεια, όχι κάτι συγκεκριμένο. Του είχα στείλει και κάποιες εικόνες (από Βυζαντινούς πολεμιστές, από τοπία στην Αρμενία, από μοναστήρια) για πράγματα που δυσκολευόμουν να περιγράψω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και έκανε το θαύμα του. Νομίζω πως αυτό είναι η τέχνη τελικά, να παίρνει κανείς σκόρπια ερεθίσματα, τα ίδια που έχουν κι άλλοι και να φτιάχνει κάτι νέο, δικό του, που κανείς άλλος δε θα μπορούσε να το κάνει ακριβώς έτσι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο Γιώργος είχε κάνει μια μικροαλλαγή στον τίτλο, ώστε οι "ουρές" που έβαλε στα γράμματα να είναι όλες δεξιά. Και έφτιαξε και μια δεύτερη εκδοχή του εξωφύλλου, με ένα φίλτρο που έπαιζε μόνο με τα χρώματα που αναφέρονται στον τίτλο:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-ydQ9_A9hSu0/TdtMbkCei0I/AAAAAAAAADs/uEMLyBKfmA8/s1600/Idea%2B1.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img src="http://2.bp.blogspot.com/-ydQ9_A9hSu0/TdtMbkCei0I/AAAAAAAAADs/uEMLyBKfmA8/s400/Idea%2B1.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5610161797234330434" style="display: block; margin-top: 0px; margin-right: auto; margin-bottom: 10px; margin-left: auto; text-align: center; cursor: pointer; width: 400px; height: 188px; " /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από καμιά εικοσαριά άτομα που συμβουλεύτηκα, μόνο δύο προτίμησαν την πολύχρωμη εκδοχή και νομίζω κι εγώ πως έχει πολλά πρακτικά οφέλη ως εξώφυλλο σε σχέση με την πρώτη. Αλλά για να γράψω το δεύτερο βιβλίο, με βοηθά να ρίχνω πού και πού καμιά ματιά στην καθαρή εικόνα του τοπίου, στον ανοιχτό ορίζοντα της Βασιλείας Αιγλωέων.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τέλος πάντων, αποφασίστηκε να κρατήσουμε τον αρχικό τίτλο κι έτσι ο Γιώργος έκανε μια αναδιάταξη στις λέξεις που είχε σχεδιάσει, και πάλι βρίσκοντας ιδανικό τρόπο να τις πλέξει. Τον έπρηξα λίγο με κάποια μικροπράγματα (πιο κόκκινο-λιγότερο κόκκινο, βγάλε το βέλος, κόντυνε το λοφίο του ιππέα-μάκρυνέ το), αλλά η κύρια ένστασή μου είχε να κάνει με το λάβαρο που φαίνεται στα "αυτιά" του βιβλίου (τα δυο κόκκινα πλαίσια του πολύχρωμου εξωφύλλου).&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πάλι ο καλλιτέχνης έδειξε μεράκι και έκανε πολλά παραπάνω από τις συστάσεις μου (που είχαν να κάνουν με την υφή της ύφανσης και τις λωρίδες στο κάτω μέρος). Έτσι, από αυτό:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-gFL_xDF1DUo/TdtOWUwoWCI/AAAAAAAAAD0/0UvWzJbN8CU/s1600/Idea%2B2%2BSides.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img src="http://3.bp.blogspot.com/-gFL_xDF1DUo/TdtOWUwoWCI/AAAAAAAAAD0/0UvWzJbN8CU/s400/Idea%2B2%2BSides.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5610163906256853026" style="display: block; margin-top: 0px; margin-right: auto; margin-bottom: 10px; margin-left: auto; text-align: center; cursor: pointer; width: 342px; height: 400px; " /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πήγαμε σε αυτό:&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-8H08k1jjotU/TdtOpas1ouI/AAAAAAAAAD8/TLZpKRod4Y0/s1600/Side.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img src="http://4.bp.blogspot.com/-8H08k1jjotU/TdtOpas1ouI/AAAAAAAAAD8/TLZpKRod4Y0/s400/Side.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5610164234269074146" style="display: block; margin-top: 0px; margin-right: auto; margin-bottom: 10px; margin-left: auto; text-align: center; cursor: pointer; width: 172px; height: 400px; " /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες μού δίνουν την αίσθηση πως μπορεί να τον κούρασα, αλλά απόλαυσε κι ο ίδιος τη διαδικασία. Του είμαι πραγματικά ευγνώμων. Θέλω οπωσδήποτε να κάνει τα εξώφυλλα και στα υπόλοιπα βιβλία των "Γιων της Στάχτης". Αν και πάει κάμποσος καιρός από την έκδοση του βιβλίου, αν έχετε κάποιο σχόλιο για το εξώφυλλο και τη δουλειά του Γιώργου, πραγματικά αξίζει να ξεκλέψετε δυο στιγμές και να το γράψετε, για να δει πως ο κόπος του εκτιμήθηκε.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7389830565059851030?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7389830565059851030/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7389830565059851030&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7389830565059851030'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7389830565059851030'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2011/05/blog-post_24.html' title='Πώς φτιάχτηκε το εξώφυλλο'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-9T-zNDdRYrE/TdtJ4cZrAsI/AAAAAAAAADc/2TmoTIU77Rk/s72-c/Idea%2B2.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-1921809845680614384</id><published>2011-05-04T13:01:00.005+03:00</published><updated>2011-05-04T13:53:46.003+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προώθηση'/><title type='text'>Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη!</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: arial, verdana, tahoma, sans-serif; font-size: 13px; line-height: 19px; "&gt;Το Σάββατο 7 Μαΐου 2011 στις 19.30 θα έχουμε παρουσίαση του βιβλίου-συζήτηση στα πλαίσια της 8ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Η Έκθεση γίνεται στα περίπτερα 13 και 15 των εγκαταστάσεων της HELEXPO. Εμείς θα είμαστε στον χώρο που λέγεται "Εφηβική Γωνιά".&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="line-height: 19px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: arial, verdana, tahoma, sans-serif; font-size: 13px; line-height: 19px; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;Όσοι πιστοί προσέλθετε. Λογικά θα κυκλοφορώ εκεί γύρω και την Κυριακή το πρωί, ειδικά στο περίπτερο των &lt;a href="http://voreiodytikes.blogspot.com/"&gt;Βορειοδυτικών Εκδόσεων&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ορίστε και τα επίσημα από το πρόγραμμα εκδηλώσεων:&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-RUCUOfaVpK4/TcEwEAzK5wI/AAAAAAAAADU/9L34OHL6Lzs/s1600/%25CE%25B3%25CE%25B3.png" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img src="http://2.bp.blogspot.com/-RUCUOfaVpK4/TcEwEAzK5wI/AAAAAAAAADU/9L34OHL6Lzs/s400/%25CE%25B3%25CE%25B3.png" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5602812256917841666" style="display: block; margin-top: 0px; margin-right: auto; margin-bottom: 10px; margin-left: auto; text-align: center; cursor: pointer; width: 400px; height: 157px; " /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: arial, verdana, tahoma, sans-serif; font-size: 13px; line-height: 19px; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;em class="bbc" style="font-style: italic !important; "&gt;&lt;strong class="bbc" style="font-weight: bold !important; "&gt;Σάββατο 7 Μαΐου 2011&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em class="bbc" style="font-style: italic !important; "&gt;19:30-20:30&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em class="bbc" style="font-style: italic !important; "&gt;&lt;strong class="bbc" style="font-weight: bold !important; "&gt;Κοράκι σε άλικο φόντο&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em class="bbc" style="font-style: italic !important; "&gt;(H φαντασία δεν είναι μόνο κέλτικη)&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em class="bbc" style="font-style: italic !important; "&gt;του ΕΛΕΥΘΈΡΙΟY ΚΕΡΑΜΊΔΑ&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em class="bbc" style="font-style: italic !important; "&gt;Οι συγγραφείς Φίλιππος Μανδηλαράς και Ελευθέριος Κεραμίδας συνομιλούν με εφήβους και ενήλικες για τη λογοτεχνία φαντασίας.&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-1921809845680614384?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/1921809845680614384/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=1921809845680614384&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1921809845680614384'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1921809845680614384'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2011/05/blog-post.html' title='Παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη!'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-RUCUOfaVpK4/TcEwEAzK5wI/AAAAAAAAADU/9L34OHL6Lzs/s72-c/%25CE%25B3%25CE%25B3.png' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-506916123005138539</id><published>2011-02-25T10:13:00.005+02:00</published><updated>2011-02-25T10:43:18.094+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προώθηση'/><title type='text'>Τι είπα στην παρουσίαση</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/-CDkzh12eF2E/TWdqAoOjCGI/AAAAAAAAACs/bn79w8VrU6I/s1600/gallery_12_30_267104.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 200px; height: 150px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-CDkzh12eF2E/TWdqAoOjCGI/AAAAAAAAACs/bn79w8VrU6I/s200/gallery_12_30_267104.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5577543222552627298" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;i&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;Δεν έχω ιδέα.&lt;/i&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;Από τη μια, δε μου πολυαρέσει όταν σε μια παρουσίαση κάποιος διαβάζει έτοιμο κείμενο. Κάτι τέτοιο επιτρέπει μεν καλύτερη ροή του λόγου και πιο εντυπωσιακές εκφράσεις, αλλά νομίζω πως αφαιρεί από την αμεσότητα. Δεν μετράς τις αντιδράσεις του κοινού, δεν κοιτάς τον κόσμο στα μάτια, δεν προσαρμόζεις τα λόγια και το ρυθμό σου. Τι δεν κατάλαβαν και θα ήταν καλύτερο να το αναλύσεις λίγο παραπάνω; Τι τράβηξε το ενδιαφέρον και είναι καλό να επιμείνεις; Τι δεν τράβηξε το ενδιαφέρον κι έτσι είναι καλό να το προσπεράσεις; Εν ολίγοις, ήθελα να έχω απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα κι έτσι είχα ένα προσχέδιο ομιλίας, αλλά δεν το διάβασα, το ακολούθησα αυτοσχεδιάζοντας.&lt;/i&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;Ο άλλος λόγος που δεν ξέρω τι είπα είναι πως κατόρθωσα να μην πάρω μαζί μου την ολοκληρωμένη μορφή των σημειώσεων για την ομιλία μου, αλλά κάποια μισοτελειωμένη. Οπότε, κάποια πράγματα αναγκάστηκα να τα πω καθαρά από μνήμης. Και αυτοσχεδιαστικά.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;Οπότε, ίσως ο τίτλος αυτής εδώ της ανάρτησης θα έπρεπε να είναι: "τι σκόπευα να πω στην παρουσίασή". Για να μην αναφέρω και το άγχος που με έκανε να μπερδεύω λίγο τα λόγια μου, ως τρίτο λόγο που δεν ξέρω τι ακριβώς είπα. Πάντως οι γνώμες που έλαβα εκ των υστέρων ήταν μάλλον θετικές και με τίμησαν αρκετοί άνθρωποι με την παρουσία τος.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;i&gt;Χωρίς περαιτέρω σάλτσες, λοιπόν, σας παρουσιάζω τις σημειώσεις για την ομιλία μου, στην ολοκληρωμένη τους μορφή.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;img src="http://1.bp.blogspot.com/-RH-iiz1AjF8/TWdqwnp9zGI/AAAAAAAAAC0/uc3mRnir-nA/s200/gallery_12_30_214727.jpg" /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ακούσαμε για τη μεσαιωνική Ελλάδα και τη φεουδαρχική Ιαπωνία. Έχουν καμιά σχέση αυτά τα δύο; Το χρονικό τέλος της μιας συμπίπτει χρονικά με τις απαρχές της άλλης, αλλά αυτό είναι μάλλον ανούσια διαπίστωση όταν μιλάμε για δυο τόπους τόσο μακρινούς ώστε ο ένας να μην έχει καν ακουστά τον άλλο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μιλάμε για δυο χώρες με κοινό υπόβαθρο: σεισμογενείς, μακρόστενες από βορρά προς νότο, έτσι που να παρουσιάζουν θαυμαστή βιοποικιλότητα, με έναν από τους ελάχιστους πολιτισμούς που συνδυάζουν τεράστια χρονική διάρκεια και ευρεία ακτινοβολία. Δηλαδή, οι δυο λαοί αναπτύχθηκαν σε συναφείς συνθήκες κι ίσως οι διαφορά στην ιδιοσυγκρασία τους να οφείλεται σε διαφορές επίσης θεμελιώδεις, όπως η κομβική θέση της Ελλάδας σε αντιδιαστολή με την απομόνωση της Ιαπωνίας. Μα αυτό είναι σαν τη φράση που αποδίδει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, πως ακόμα και το άσπρο με το μαύρο κάπου μοιάζουν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Η αλήθεια είναι Ελλάδα και Ιαπωνία στις συγκεκριμένες εποχές ούτε είναι παρόμοιες, ούτε αντίθετες. Απλά παρουσιάζουν τόσο μεγάλη διαφορά που είναι πολύ δύσκολο να τις συγκρίνει κανείς.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt;Ας πούμε, στην Ιαπωνία έχουμε ένα είδος απολυταρχικής αριστοκρατίας το οποίο όμως αντισταθμίζεται από κοινωνικούς και ηθικούς περιορισμούς που είναι μεγαλύτεροι και αυστηρότεροι όσο υψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα βρίσκεται κανείς, με το ασφυκτικό &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;bushido&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt; των σαμουράι στην κορυφή. Μπορεί, δηλαδή, ένας άρχοντας να έχει εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους χωρικούς που καλλιεργούν τη γη του, μα δεν έχει την ελευθερία να εκφράζει τα συναισθήματά του δημόσια ή να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει, δίχως κάποιο πρόσχημα που να επικαλείται κάποιο δικαίωμά του για να παρέμβει σε μια κατάσταση. Ένα στραβοπάτημα μπορεί να επιφέρει το όνειδος που το συνοδεύει η πλήρης απαξίωση από τους άλλους άρχοντες, την οποία την ξεπλένει κάποιες φορές μόνο η αυτοκτονία.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Στις ελληνόφωνες περιοχές, η ιδέα των «ευγενών» δεν ευδοκίμησε ποτέ. Δεν υπήρξαν κόμητες και βαρώνοι και λόρδοι. Κληρονομεί κανείς την περιουσία των γονιών του, τη φήμη τους, αλλά δεν είναι προστατευμένα διά νόμου. Τα αξιώματα απονέμονται και δεν κληροδοτούνται. Η μόρφωση είναι διαχρονικά το ίδιο ισχυρός παράγοντας για να αποκτήσει κανείς αξιώματα, όσο ο πλούτος ή οι γνωριμίες. Αποτελεί ένδειξη πως κάποιος θα ανταπεξέλθει σε διαχειριστικές υποχρεώσεις και συνοδεύεται από κοινωνική καταξίωση.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Η καθημερινή ζωή στην Ιαπωνία του παρελθόντος χαρακτηριζόταν από θαυμαστές για την απλότητα και πρακτικότητά τους λεπτομέρειες. Συνδύαζε τη λιτότητα και την εκλέπτυνση, με τους τοίχους από ρυζόχαρτο, το λακαρισμένο ξύλο που δίνει ακόμη και πανοπλίες και φυσικά την περίφημη κατάνα. Και στον τομέα των χόμπι, γέννησε ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά, όπως η καλλιγραφία, το οριγκάμι και η ανθοδετική, όλα τους καθορισμένα από πλήθος κανόνων και θεωρούμενα άξια θαυμασμού.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Στην Ελλάδα, από την άλλη, η τεχνολογία έδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα, ακόμη και αιώνες μετά τη σύλληψη του αντίστοιχου επιστημονικού κανόνα, για παράδειγμα όταν το Βυζάντιο εφάρμοσε τις ιδέες των επιστημόνων της ελληνιστικής εποχής, στην αρχιτεκτονική, στις πολεμικές μηχανές ή και για καθαρά αισθητικά αποτελέσματα, όπως τα ατμοκίνητα αυτόματα του αυτοκρατορικού παλατιού. Η ύπαρξη ισχυρής κεντρικής εξουσίας επέτρεψε τη συντήρηση οδικού δικτύου, υδραγωγείων και άλλων έργων κοινής ωφέλειας, αλλά αυτό δεν είναι μοναδικό. Οι πρωτοφανείς ιδέες που εμείς έχουμε μάθει να τις θεωρούμε τέκνο των δυο τελευταίων αιώνων. Είναι οι θεσμοί διακυβέρνησης και διαχείρισης, όπως το τελωνείο και το οργανωμένο δικαστικό σύστημα. Και τα ιδρύματα, όπως το ορφανοτροφείο και η δωρεάν κλινική.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Θα μπορούσα να αντιπαραβάλω ένα σωρό πράγματα ακόμη, τις μουσικές των δυο λαών, το υγρό πυρ και τις συζύγους των σαμουράι που εκπαιδεύονταν σε όπλα φτιαγμένα ειδικά για γυναίκες, αλλά αυτό που θέλω να πω είναι πολύ απλό. Η μεσαιωνική Ελλάδα κι η φεουδαρχική Ιαπωνία έχουν στοιχεία που με τα σύγχρονα μέτρα είναι ενδιαφέροντα ή πρωτότυπα και μπορούμε να τα τοποθετήσουμε αυτούσια μέσα σε ένα λογοτέχνημα του φανταστικού.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Από την άλλη, αν πάμε στο φάνταζυ όπως το ξέρουμε, οι πραγματικοί πατέρες του είναι ο Τόλκιεν, ο Έντισον (αυτός με τον Ουροβόρο Όφι) και ο Βάγκνερ (αυτός με τις όπερες), δυτικοευρωπαίοι που θέλησαν να ξαναζωντανέψουν τις παραδόσεις των τόπων τους, κελτικές και γερμανικές (με την ευρεία έννοια), ή ακόμη και να μιμηθούν σε δομή και γραφή τα έπη των προγόνων τους, τα σάγκα. Σαν τον Σκοτ, βέβαια, τον συγγραφέα του Ιβανόη, δε μπορούν να μιλήσουν για τον πραγματικό δυτικοευρωπαϊκό μεσαίωνα. Προσεγγίζουν μια εξιδανικευμένη βικτωριανή εκδοχή του, στην οποία τα ιδανικά είναι υψηλότερα απ’ ότι υπήρξαν πραγματικά, η σκέψη βαθύτερη, η υγιεινή καλύτερη και η κλίμακα μεγαλύτερη. Τα κάστρα που χτίστηκαν πριν την Αναγέννηση είναι μάλλον μικρά και άσχημα, οι μάχες που έκριναν τον κόσμο ούτε κατά διάνοια επικές, υπόθεση ελάχιστων χιλιάδων ατόμων. Η δυτική Ευρώπη ήταν ένα μάλλον άχρωμο και ανιαρό μέρος πριν τις σταυροφορίες. Κι ακόμη και τότε, είχε πολλά χαρακτηριστικά που δε θα ενθουσίαζαν έναν σύγχρονο αναγνώστη.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Αλλά εγώ δεν είμαι εδώ για να πω πόσο καλύτερο είναι το παρελθόν των δικών μου προγόνων κι οι μύθοι τους. Μου φαίνεται προφανές πως οι παραστάσεις αυτές θα πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα με την ιδιοσυγκρασία όσων βρισκόμαστε εδώ μέσα, να μας εμπνέουν πολύ περισσότερες ιδέες απ’ ότι οι Βίκινγκς ή οι ιππότες και να μας αγγίζουν περισσότερο σαν αναγνώστες τα βιβλία που γεννήθηκαν από αυτές. Να πούμε και του στραβού το δίκιο, πώς να συγκριθεί το αγγλοσαξωνικής ατμόσφαιρας βιβλίο ενός Έλληνα με εκείνο που θα γράψει ένας αληθινός αγγλοσάξωνας, ο οποίος διαποτίστηκε από τα παιδικά του χρόνια με τον αντίστοιχο πολιτισμό, τη νοοτροπία και τις εικόνες;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Μα ούτε κι εδώ θα επιμείνω.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Η διεθνής αγορά του φανταστικού μιλάει από μόνη της. Οι μιμήσεις των πρωτεργατών έχουν φέρει τον κορεσμό, θολές αντανακλάσεις ενός πράγματος που ήδη ήταν αντανάκλαση. Πόσες παραλλαγές να χωρέσουν πια πριν έρθει ο κορεσμός, ειδικά όταν δεν έχουν συνέπεια και ρεαλισμό; Συχνά το αποτέλεσμα ήταν γελοίο, γιατί οι νεότεροι συγγραφείς ήταν ανιστόρητοι, ενώ ο Τόλκιεν και οι άλλοι ήξεραν πολλοί καλά τι μεγαλοποιούσαν, τι απέκρυπταν και τι αντικαθιστούσαν και για ποιο λόγο τα έκαναν αυτά. Ακολούθησε η εποχή της αμφισβήτησης των προτύπων, ακόμα και της αντιστροφής τους, οι αντιήρωες και ο μεταμοντερνισμός. Κι αυτή πνέει τα λοίσθια πια. Τώρα πια έχουμε χώρο μόνο να ανανεώσουμε τα πρότυπα ή να τα αντικαταστήσουμε με καινούρια.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Η τρέχουσα μόδα λέει πως μόνο τρεις δρόμοι υπάρχουν για να σταθεί ένα καινούριο βιβλίο στο φάνταζυ. Πρώτο, να προσεγγίσει την ιστορική πραγματικότητα όσο το δυνατόν περισσότερο και να πατήσει πάνω στα δύσκολα σημεία, αντί να τα αποφύγει, μετατρέποντας τα σε δυνατά σημεία αντί για αδυναμίες. Παράδειγμα, το «Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου» του Μάρτιν. Δεύτερη επιλογή, η απαγκίστρωση από κάθε ομοιότητα με συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ή τόπο, χωρίς απαγκίστρωση από τη συνέπεια. Επιτυχημένος εκπρόσωπος αυτής της τάσης, ο Έρικσον. Τρίτος δρόμος, η εκμετάλλευση χρονικών περιόδων άλλων από τον μεσαίωνα ή μακρινών πολιτισμών, ένας πραγματικός θησαυρός που το φάνταζυ αγνοούσε κοντόφθαλμα ως τώρα. Παράδειγμα η Λίαν Χερν και οι Οτόρι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt;Οι Γάλλοι και οι διάφοροι σλαβικοί λαοί φαίνεται πως τρέχουν να προλάβουν αυτήν την τελευταία τάση. Γράφουν φάνταζυ στις δικές τους γλώσσες, με τοπικό χρώμα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε κάνει ιδιαίτερα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχουμε καν κατορθώσει να βρούμε έναν ελληνικό όρο για το φάνταζυ, ενώ το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Horror&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language:EL"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL"&gt;και το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Science&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language:EL"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Fiction&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt; έχουν αποδοθεί ως Τρόμος και Επιστημονική Φαντασία εδώ και δεκαετίες. Δεν ξέρουμε καν αν θέλουμε να λέμε «το» φάνταζυ ή «η» φάνταζυ. Τη στιγμή που η ύστερη αρχαιότητα και ο πρώιμος μεσαίωνας στην ανατολική μεσόγειο εμπνέουν τον &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;R&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Scott&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language:EL"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Bakker&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt; για το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Prince&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language:EL"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;of&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language:EL"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Nothing&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt;, ενώ οι Μύριοι του Ξενοφώντα τον &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Paul&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language:EL"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Kearney&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Για να επιστρέψουμε στο δίπτυχο Ελλάδα-Ιαπωνία, ο πολιτισμός της Ιαπωνίας είναι από τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της, το ίδιο κερδοφόρο όπως και οι ηλεκτρικές συσκευές. Ταινίες, κόμικς, παιχνίδια. Βιβλία λιγότερο, αλλά οι διεθνείς επιτυχίες του Μουρακάμι και της Γιόκο Ογκάουα ίσως είναι μόνο η αρχή. Όπου εντοπίζουμε κάτι ποιοτικό, δε συνηθίζουμε να ψάχνουμε και γύρω του; Και γενικότερα πάει καλά στο εξωτερικό η Ιαπωνία, όχι μόνο στην τέχνη, αλλά και την κουζίνα ή τη γλώσσα. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Ας συγκρίνουμε με την Κίνα που βρίσκεται στην ίδια γειτονιά του πλανήτη και πολλοί Έλληνες δεν την ξεχωρίζουν από την Ιαπωνία. Η Κίνα έχει ακόμη αρχαιότερο πολιτισμό από την Ιαπωνία, είναι το ίδιο εξωτική, διαθέτει παραγωγικότατη βιομηχανία του θεάματος κι ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους που μπορούν να τη διαφημίσουν. Αλλά παγκοσμίως οι κινεζόφιλοι είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους ιαπωνόφιλους.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Η δική μου ερμηνεία είναι πως η ιαπωνική αφηγηματική τέχνη – είτε μιλάμε για βιβλία, είτε για κόμικς, είτε για ταινίες, είτε για παιχνίδια στον υπολογιστή – είναι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο ντόπιο και το ξένο. Άλλες φορές εξαντλεί λεπτομερειακά τη λαογραφία, άλλες φορές βάζει το εγχώριο σπαθί να μονομαχεί με το εισαγόμενο τουφέκι, άλλες πάλι ντύνει τους πρωταγωνιστές του με την τελευταία λέξη της αμερικάνικης μόδας και τους απεικονίζει ίδιους οπτικά ενώ άλλοι είναι Ιάπωνες και μερικοί Γερμανοί. Η γιαπωνέζικη τέχνη δοκιμάζει αμέσως κάθε νέα φόρμα που ανακαλύπτει στο εξωτερικό, την ανακατεύει με τις παραδοσιακές ή την ενσωματώνει με τοπικό χρώμα, ακόμα και φολκλόρ. Το αποτέλεσμα είναι ένας αχταρμάς με χίλια πρόσωπα, αλλά υπάρχει και μια σταθερά. Πότε με ξενομανία και πότε με ξενοφοβία, ο ιαπωνικός πολιτισμός έχει σαν βασικό θέμα τον εαυτό του. Ασχολείται ξανά και ξανά με τη θέση του μέσα στον κόσμο και δίπλα στους άλλους πολιτισμούς. Κι έτσι βρίσκει πάντα κάτι να πει, σε Ιάπωνες και σε ανθρώπους άλλων λαών.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;o:p&gt;Θ&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;α μου επιτρέψετε να κλείσω αφήνοντας λίγο μετέωρα τα πράγματα, χωρίς καμιά βαρύγδουπη δήλωση και χωρίς να πλέξω υπερβολικά σφιχτά όλα όσα είπα, αλλά να σας αφήσω χώρο να τα σκεφτείτε μόνοι σας. Αποποιούμαι τα εύκολα συμπεράσματα. Δε λέω πως είμαστε η πατρίδα του φάνταζυ, ούτε πως έχουμε πλουσιότερο μυθικό υλικό από τους υπόλοιπους λαούς. Ειδικά όσο δεν κάνουμε τον κόπο να ασχοληθούμε μ’ αυτό και να το γνωρίσουμε. Δε λέω ότι είναι μονόδρομος το να δώσουμε ελληνικό χρώμα στο εγχώριο φάνταζυ. Εγώ για ευκαιρία το βλέπω κι έναν δρόμο μεταξύ άλλων ισότιμων. Ούτε θα σας πω πως σε μια περίοδο που σαν χώρα αντιμετωπίζουμε δυσκολία στην παραγωγή υλικών αγαθών, μπορούμε να κάνουμε εξαγωγή πνεύματος όπως οι Ιάπωνες. Κρίνετε μόνοι σας αν έχουμε αυτή τη δυνατότητα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: center;"&gt;&lt;img src="http://3.bp.blogspot.com/-SU_GAd4A5vA/TWdrWqhHgUI/AAAAAAAAAC8/7-ZW2BxTHGs/s200/gallery_28_6348%25CE%25B2.jpg" /&gt;&lt;/p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-506916123005138539?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/506916123005138539/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=506916123005138539&amp;isPopup=true' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/506916123005138539'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/506916123005138539'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2011/02/blog-post_25.html' title='Τι είπα στην παρουσίαση'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-CDkzh12eF2E/TWdqAoOjCGI/AAAAAAAAACs/bn79w8VrU6I/s72-c/gallery_12_30_267104.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-210756683116032374</id><published>2011-02-10T08:38:00.003+02:00</published><updated>2011-02-10T09:17:28.713+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προώθηση'/><title type='text'>Παρουσίαση και συνέντευξη</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/-QI1L1xLi4uM/TVOKcusqOII/AAAAAAAAACk/lk3eJsxc3pI/s1600/att92389.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 136px; height: 200px;" src="http://2.bp.blogspot.com/-QI1L1xLi4uM/TVOKcusqOII/AAAAAAAAACk/lk3eJsxc3pI/s200/att92389.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5571949390163753090" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Η αλήθεια είναι πως έχω παραμελήσει το ιστολόγιό μου από την κυκλοφορία του βιβλίου και μετά. Θα επανορθώσω. Θα σηκώσω μια καινούρια Στιγμή την άλλη Πέμπτη το βράδυ. Γιατί τότε; Γιατί θέλω αυτή εδώ η ανάρτηση να μείνει σε πρώτη θέση ως τότε, για πρακτικούς λόγους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με χαρά σας ανακοινώνω πως είμαστε έτοιμοι για την πρώτη παρουσίαση του Κορακιού. Αντιγράφω από την πρόσκληση:&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ σας προσκαλούν&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;την &lt;b&gt;Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011&lt;/b&gt; στις &lt;b&gt;07.00 μ.μ.&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;στο &lt;b&gt;Βιβλιοπωλείο Πατάκη&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;(Ακαδημίας 65, Αθήνα)&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;στην παρουσίαση των  βιβλίων:&lt;/div&gt; &lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Κοράκι σε άλικο φόντο&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;του &lt;b&gt;Ελευθέριου Κεραμίδα&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;και&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Το δίχτυ του ουρανού&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;από τη σειρά &lt;b&gt;Μύθοι των Οτόρι&lt;/b&gt; της &lt;b&gt;Λίαν Χέρν&lt;/b&gt;&lt;/div&gt; &lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Για τα βιβλία θα μιλήσουν οι:&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Μαρία Τοπάλη&lt;/b&gt;, ποιήτρια&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Μάκης Πανώριος&lt;/b&gt;, συγγραφέας- ηθοποιός&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;b&gt;Ελευθέριος Κεραμίδας&lt;/b&gt;, συγγραφέας&lt;/div&gt; &lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;προβολή φωτογραφιών &lt;b&gt;Αντώνης Τσούλος&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέρα από αυτά τα τυπικά, να πω ότι θέλουμε να κάνουμε κάτι λίγο διαφορετικό και πιο ενδιαφέρον από την τυποποιημένη παρουσίαση βιβλίου. Συνήθως οι παρουσιάσεις στην Ελλάδα απευθύνονται σε ανθρώπους εξοικειωμένους με το συγγραφέα ή το έργο του, αυτούς δηλαδή που είτε έχουν από πριν διαβάσει το βιβλίο, είτε έχουν ήδη αποφασίσει να το κάνουν στο προσεχές μέλλον. Όμως το θεωρητικό νόημα μιας παρουσίασης είναι να προβληθεί το βιβλίο σε τρίτους, να πείσει τους &lt;i&gt;εν δυνάμει&lt;/i&gt; αναγνώστες. Συνδυάζοντας δυο βιβλία στην ίδια εκδήλωση, εξασφαλίζεις πως το καθένα θα είναι άγνωστο περίπου στους μισούς. Καλή αρχή. Από την άλλη, οι λάτρεις του ιαπωνικού πολιτισμού έχουν λόγο να παραβρεθούν, καθώς θα έχουμε επίδειξη ιαπωνικής καλλιγραφίας και άλλα ενδιαφέροντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίσης, ελπίζω να μην έχουμε πάλι αμήχανη έλλειψη ερωτήσεων μετά τις ομιλίες, όπως συχνά συμβαίνει, ούτε να αναλωθούμε σε μια-δυο αναμενόμενες απορίες. Έχουμε ένα θέμα προς συζήτηση στην εκδήλωση (αυτό που προσδιορίζει ο τίτλος της εκδήλωσης, τους φανταστικούς κόσμους με χρώμα διαφορετικό από το τυποποιημένο του δυτικού μεσαίωνα) κι ελπίζω να αποδειχθεί γόνιμο. Θα είναι τιμή μου να σας δω εκεί και να τα πούμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, η συνέντευξη που αναφέρει ο τίτλος της ανάρτησης είναι αυτή που έδωσα στο &lt;a href="http://community.sff.gr/"&gt;sff.gr&lt;/a&gt;, το πιο σημαντικό ίσως ελληνικό διαδικτυακό "στέκι" &lt;u&gt;για κάθε είδος φανταστικής λογοτεχνίας&lt;/u&gt;, όπου είμαι χρόνια μέλος. Θα την βρείτε &lt;a href="http://community.sff.gr/topic/13031-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%B4%CE%AC-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BB/"&gt;εδώ&lt;/a&gt;.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-210756683116032374?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/210756683116032374/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=210756683116032374&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/210756683116032374'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/210756683116032374'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2011/02/blog-post.html' title='Παρουσίαση και συνέντευξη'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-QI1L1xLi4uM/TVOKcusqOII/AAAAAAAAACk/lk3eJsxc3pI/s72-c/att92389.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-3214333114669311872</id><published>2010-11-11T09:11:00.005+02:00</published><updated>2010-11-11T10:16:06.199+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Κυκλοφόρησε!</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/TNuheOQpHZI/AAAAAAAAAB8/TCClKRWRXyU/s1600/7606.jpg"&gt;&lt;img style="float:right; margin:0 0 10px 10px;cursor:pointer; cursor:hand;width: 136px; height: 200px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/TNuheOQpHZI/AAAAAAAAAB8/TCClKRWRXyU/s200/7606.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5538197707378204050" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Το "Κοράκι σε άλικο φόντο" βρίσκεται ήδη στα ράφια. Όπως συμβαίνει με όλα τα βιβλία, η διανομή θα χρειαστεί θα χρειαστεί περίπου δυο εβδομάδες για να ολοκληρωθεί. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος αλγόριθμος για να προβλέψει κανείς πού θα το βρει και πού όχι, είτε μιλάμε για Αθήνα, είτε για επαρχία. Λογικά, ως το Σάββατο (14/11) θα είναι παντού στην Αθήνα και στα μεγάλα της επαρχίας (Θεσσαλονίκη-Πάτρα, τουλάχιστον) και ως το άλλο Σάββατο (21/11) θα βρίσκεται παντού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανέβασα &lt;a href="http://www.scribd.com/doc/41989084"&gt;το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου και στο Scribd&lt;/a&gt;. Εκεί θα βρείτε και &lt;a href="http://www.scribd.com/doc/41989429"&gt;το δελτίο τύπου&lt;/a&gt; για το βιβλίο (μια σύντομη περίληψη).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως είχα υποσχεθεί, ιδού και το εξώφυλλο σε ικανοποιητική ανάλυση. Νομίζω η εκτύπωση είναι ελαφρώς πιο σκούρα, ακόμη πιο κοντά στο άλικο. Πάντως η εντυπωσιακή δουλειά που έκανε ο &lt;a href="http://www.g-nazlis.com/"&gt;Γιώργος Ναζλής&lt;/a&gt; έχει εισπράξει πάρα πολύ θετικά σχόλια και σίγουρα βοηθά το βιβλίο να ξεχωρίσει από τα διπλανά του. Όσοι το πιάσετε στα χέρια σας, μην ξεχάσετε να ρίξετε μια ματιά και στο οπισθόφυλλο, έστω κι αν δεν είναι απόλυτα ορατή η λεπτοδουλειά που έκανε ο καλλιτέχνης εκεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι οι χάρτες του Ozzo ταλαιπωρήθηκαν λίγο από τη βιβλιοδεσία, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά σίγουρα δε χάνουν τη μεγαλοπρέπειά τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε είναι ώρα για γκρίνιες. Προτιμώ να θυμηθώ και να ευχαριστήσω όσου έβαλαν ένα χεράκι για να φτάσει το βιβλίο σ' εσάς όσο καλύτερο γίνεται. Αν δεν το είχαν τιμήσει οι εκδόσεις Πατάκη με την επιλογή τους, δε θα είχε κυκλοφορήσει. Οπότε, οφείλω μια ανάρτηση για τη συνεργασία μου μαζί τους. Αλλά σήμερα θέλω να πω για τους φίλους που αν δεν είχαν βάλει το χέρι τους, αν δεν είχαν πει τη γνώμη τους, το κείμενο δε θα είχε τη μορφή με την οποία τελικά τυπώθηκε. Δε θέλω να μπω στη λογική του ποιος βοήθησε περισσότερο, ούτε να δώσω μια ξερή αλφαβητική σειρά. Έτσι, με χρονική σειρά, από τους πρώτους που αναμίχθηκαν στην επεξεργασία του κειμένου (και όχι μόνο) όταν ακόμη γραφόταν, ως τους πιο πρόσφατους αρωγούς:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, Θύμιο Μαγγίνα.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, &lt;a href="http://www.ozzo.gr/"&gt;Γιώργο Παούρη&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, &lt;a href="http://www.anagnosg.gr/"&gt;Γιώργο Αναγνωστόπουλε&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, Γιώργο Φρέρη.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, &lt;a href="http://readingthebookofdeeds.blogspot.com/"&gt;Ευθυμία Δεσποτάκη&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, Σπύρο Λουκόπουλε.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, &lt;a href="http://kingdomofarachnida.blogspot.com/"&gt;Γιάννη Πλιώτα&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, Παναγιώτη Κροκιδά.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, &lt;a href="http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&amp;bookid=149938"&gt;Αντώνη Πάσχο&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, &lt;a href="http://priorknowledgesrecalls.blogspot.com/"&gt;Αναστασία Τσιότσκα&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Ευχαριστώ, &lt;a href="http://talesofabrokensword.blogspot.com/"&gt;Γιώργο Χατζηκυριάκο&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ελπίζω να μην ξέχασα κανέναν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και για να κλείσουμε λίγο... γλυκά και ιντριγκαδόρικα, ιδού η τούρτα-έκπληξη που έφτιαξε η Ευθυμία για να γιορτάσει η παρέα όταν το βιβλίο πήγε τυπογραφείο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/TNulFYIMVrI/AAAAAAAAACE/_hKz72APuWk/s1600/%25CE%25BA%25CF%258C%25CF%2581%25CE%25B1%25CE%25BA%25CE%25B9%2B%25281%2529.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;width: 188px; height: 200px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/TNulFYIMVrI/AAAAAAAAACE/_hKz72APuWk/s200/%25CE%25BA%25CF%258C%25CF%2581%25CE%25B1%25CE%25BA%25CE%25B9%2B%25281%2529.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5538201678576899762" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-3214333114669311872?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/3214333114669311872/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=3214333114669311872&amp;isPopup=true' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3214333114669311872'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3214333114669311872'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/11/blog-post.html' title='Κυκλοφόρησε!'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/TNuheOQpHZI/AAAAAAAAAB8/TCClKRWRXyU/s72-c/7606.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-8235645971865346498</id><published>2010-10-13T13:09:00.002+03:00</published><updated>2010-10-13T13:33:03.589+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προδημοσίευση'/><title type='text'>Δείγμα γραφής (το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου δωρεάν)</title><content type='html'>Η κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματος των Γιων της Στάχτης είναι θέμα ημερών, εκτός απροόπτου. Όπως κάθε συγγραφέας, θέλω να αποκτήσω όσο περισσότερους αναγνώστες γίνεται. Όχι όμως να αγγαρέψω ανθρώπους που θα με διαβάσουν από υποχρέωση (π.χ. επειδή με γνωρίζουν) ή θα πέσουν πάνω μου εντελώς στα τυφλά (π.χ. από μια φήμη που δεν ξέρουν αν πρέπει να εμπιστευτούν). Γι’ αυτό προσφέρω το πρώτο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Κορακιού», 24 σελίδες μεσαίου σχήματος, ακριβώς όπως στάλθηκε στον τυπογράφο. Θα το βρείτε &lt;a href="http://www.sonsofash.gr/download/vivlio/eisagwgi.pdf"&gt;εδώ&lt;/a&gt; (σε μικρό και ελαφρύ pdf). Δεν αρκεί για να κατανοήσει κανείς όλη την έκταση της πλοκής, αλλά σίγουρα αποτελεί μια καλή πρόγευση του ύφους και του είδους του κειμένου. Έτσι, έχει ο καθένας τη δυνατότητα αν θέλει να κρίνει αν το «Κοράκι σε άλικο φόντο» είναι ένα βιβλίο που τον αφορά και στην ανάγνωση του οποίου θέλει να επενδύσει χρόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για όσους κουράζονται να διαβάζουν από την οθόνη ή θέλουν κάτι ακόμη πιο σύντομο, αμέσως μετά ακολουθεί το μικρό απόσπασμα που ο εκδοτικός οίκος επέλεξε για το οπισθόφυλλο ως ενδεικτικό της πένας μου (με την επισήμανση πως το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου &lt;span style="font-weight:bold;"&gt;δεν&lt;/span&gt; είναι σε πρώτο πρόσωπο):&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Αυτή τη στιγμή...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;... τριάντα δύο σταγόνες βροχής πέφτουν στο κεφάλι μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;... ο σκοπός στον τέταρτο από αριστερά μου πύργο των τειχών φτερνίζεται –  ως την αυγή θα έχει ανεβάσει πυρετό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;... σ’ ένα λιβάδι δυο μέρες δρόμο από δω, μια χρωματιστή νυχτοπεταλούδα σκίζει το κουκούλι της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;... στο κατάστρωμα ενός πλοίου που προσπαθεί να προσεγγίσει το λιμάνι της Φλοίσβης, μια σανίδα τρίζει κάθε φορά που τα κύματα πιέζουν το σκαρί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;... ένας λαγός διασχίζει τα σύνορα της Βασιλείας Αιγλωέων με την Κουβρατία και χάνεται από τα μάτια μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλοι ή άλλες σαν εμένα. Θα ήταν αδύνατο να συναντηθούμε μεταξύ μας. Είμαι εφτακοσίων έντεκα ετών. Αν είχα την αίσθηση του χρόνου, θα ήμουν κουρασμένη, θα ένιωθα μοναξιά. Αλλά όσο οξυμένες κι αν είναι οι άλλες μου αισθήσεις, αυτή την έχω χάσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι αστείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τουλάχιστον, αν θυμάμαι καλά τι πάει να πει «αστείο».&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-8235645971865346498?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/8235645971865346498/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=8235645971865346498&amp;isPopup=true' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8235645971865346498'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8235645971865346498'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/10/blog-post.html' title='Δείγμα γραφής (το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου δωρεάν)'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-2038107447553204972</id><published>2010-09-22T09:35:00.002+03:00</published><updated>2010-09-22T09:44:03.883+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 10</title><content type='html'>Κάποιοι μου είπαν πως οι δυο προηγούμενοι "κακοί" χαρακτήρες που παρουσίασα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται πολύ κακοί (χωρίς εισαγωγικά). Δείτε, λοιπόν, κι ένα πραγματικό τέρας. Αλλά μην ξεχνάτε πως κι αυτό έχεις τις σκέψεις και τα κίνητρά του. Αν είχε μόνο ένστικτα, θα ήταν απλά ζώο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Μην αλλάξετε κανάλι, γιατί οι επόμενες Στιγμές θα είναι αφιερωμένες στις κυρίες του βιβλίου)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Γεώταυρος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήκωσε τα βαριά βλέφαρά του. Ασθενικές πράσινες ανταύγειες από τις φλόγες στο βάθος των ματιών του απλώθηκαν σαν βρύα στις πέτρες και στους σωρούς από γυμνά οστά. Οστά ανθρώπων που είχε σύρει ως εκεί, ενώ σφάδαζαν και ούρλιαζαν. Παλιά οστά ζώων, εξιλαστήριων θυμάτων που οι χωρικοί τα είχαν πνίξει στα έλη, ελπίζοντας μάταια να τον κατευνάσουν και να ξεγελάσουν την πείνα του για να μην εμφανιστεί. Αρχαία οστά ηρώων που είχαν αναζητήσει το λημέρι του για να τον φονεύσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η καρδιά του χτύπησε μια φορά και το αίμα κύλησε νωθρά στις φλέβες του. Θα μούγκριζε από οδύνη, μα δεν υπήρχε ακόμη καθόλου αέρας στα τεράστια πνευμόνια του. Πήρε μια πρώτη βαθιά ανάσα. Πόσοι κύκλοι των εποχών είχαν περάσει από το τελευταίο του ξύπνημα; Ακολούθησαν κι άλλοι σφυγμοί, πυκνότεροι, ισχυρότεροι. Ο ιχώρας ζέστανε τα σωθικά του, κόχλασε, έβρασε μέσα του. Η ακατάβλητη δύναμη επέστρεψε στα μέλη του που είχαν μείνει διπλωμένα κάτω από το κορμί του στη διάρκεια της μακροχρόνιας νάρκης. Σηκώθηκε αργά, κυρτώνοντας τη ράχη του για να ξεπιαστεί. Ξεφύσησε κι η καυτή πνοή του εξάτμισε λίγη από την υγρασία του χώρου. Όχι αρκετή για να σταματήσει ο βαρύς αέρας να κολλάει στο πυκνό κόκκινο τρίχωμά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τα μουδιασμένα ακόμη πόδια του να τρεκλίζουν, διέσχισε το σπήλαιο. Έψαξε στις γωνίες, έσκυψε να δει καλύτερα εκείνο που μάντευε πως δε θα είχε αλλάξει. Οι τρεις αδελφοί του ήταν ακόμη νεκροί. Δεν ήξερε γιατί είχαν προτιμήσει να αναστήσουν μόνο αυτόν, δεν ήξερε πώς τον είχαν επιλέξει, τι ήθελαν να κάνει. Δεν ήξερε καν για ποιον από τους θεούς δούλευε. Κανείς δεν είχε καταδεχτεί να εμφανιστεί μπροστά του, κανενός το ναό δεν είχε δει έξω στα χωριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μαζί με τη θέρμη στο κορμί του είχε επιστρέψει και η οργή στον νου του, η δίψα για αίμα. Πήρε τον ανηφορικό δρόμο. Στο στενότερο σημείο της σήραγγας, έσκυψε το κερασφόρο του κεφάλι και έβαλε όλη του τη δύναμη για να προχωρήσει. Τα πλευρά του ξύστηκαν στις πέτρες, βγάζοντας έναν στριγκό μεταλλικό ήχο και πετώντας σπίθες. Έφτασε στο νερό και βούτηξε χωρίς δισταγμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κολύμπησε, νιώθοντας το νερό να βράζει γύρω του. Αναδύθηκε από τα στάσιμα νερά καλυμμένος με λάσπη και ξεριζωμένα νούφαρα. Προχώρησε ως την κοντινότερη συστάδα καλαμιών και πάτησε στην ξηρά. Μουγκάνισε βροντερά για να δηλώσει την παρουσία του και το έδαφος σείστηκε από μια μικρή δόνηση. Κυρίαρχος και πάλι. Δυνατός. Τρομερός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πάλι δεν ήρθε κανένα όραμα να τον βρει. Δεν είχε συγκεκριμένο σκοπό, συγκεκριμένα όρια. Δεν του επέβαλαν κάποιον τόπο στον οποίο να περιορίσει την τιμωρία της παρουσίας του, κάποια συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων που έπρεπε αποκλειστικά να επιλέγει, κάποια μέθοδο που επιβαλλόταν να χρησιμοποιήσει. Δεν είχε ιδέα τι του ζητούσαν να πράξει πριν επιστρέψει στη λήθη. Αυτή η ελευθερία επιλογής τού ήταν αφύσικη, τον τρόμαζε και τον μπέρδευε. Τον θύμωνε. Τι άλλο να κάνει παρά να τσακίσει όσα χωριά έβρισκε στο δρόμο του, να μην αφήσει πέτρα πάνω σε πέτρα, ειδικά στους ναούς που η εγγύτητά τους του προξενούσε δυσφορία, ακόμη και πόνο; Το μόνο που έμενε ν’ αποφασίσει ήταν αν θα περιπλανιόταν πάνω ή κάτω από το ποτάμι αυτή τη φορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση της αυγής, τα ρουθούνια του γεμάτα από τις μυρωδιές του ζωντανού κόσμου. Τσαλαπάτησε μικρούς θάμνους, ένιωσε με ευχαρίστηση δέντρα και μικρούς βράχους να κομματιάζονται από τα μαύρα κέρατά του. Έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τη στιγμή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά σταμάτησε, όσο πιο γρήγορα του επέτρεπε η ορμή του θηριώδους κορμιού του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε επικρατήσει απόλυτη, αφύσικη ησυχία. Τα πουλιά είχαν πετάξει μακριά και τα ζωντανά του δάσους είχαν λουφάξει τρομοκρατημένα. Κι εκείνος δεν ανέπνεε καν. Το μόνο που κουνούσε ήταν τα μυτερά αυτιά του, αναζητώντας την καλύτερη κλίση για να αφουγκραστεί. Αγκομαχητό, πόδια που σέρνονταν προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, ζωντανό ξύλο που παραμέριζε τρίζοντας αμυδρά. Ακολούθησε τους ήχους, πολτοποιώντας πεσμένα φύλλα στο διάβα του, συνθλίβοντας ξερά κλαδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφτασε στο φρύδι του λόφου. Έσκυψε και είδε τη ματωμένη γυναίκα με τα σκισμένα ενδύματα να προχωρά ανάμεσα στους θάμνους, αγνοώντας το μονοπάτι. Τα μάτια της ήταν υγρά. Φοβόταν και υπέφερε. Ωραία. Πιο κάτω στην πλαγιά, τρεις άντρες την έψαχναν, με σιδερένιες ακίδες στα χέρια. Τρεις μικρές ψυχές, τρεις ζωές που αυτός μπορούσε να τις σβήσει μέσα σε μια στιγμή καθώς θα κατηφόριζε, δίχως καν να σταθεί. Το κουρέλιασμα της σάρκας τους δε θα χόρταινε το μίσος του για πάνω από μια στιγμή. Αλλά κάτι θα ήταν, ώσπου να βρει πιο πολλά θύματα συγκεντρωμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν από προαίσθημα, η γυναίκα ύψωσε το κεφάλι της και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του. Δεν μπόρεσε να ουρλιάξει από τρόμο, γιατί ο πανικός έφραξε το λαιμό της. Του άρεσε αυτό. Ετοιμάστηκε να μουγκανίσει για να τον αντιληφθούν κι οι άλλοι, να οσφρανθεί την ευωδιά του κρύου ιδρώτα που θα τους έλουζε πριν τους τσακίσει. Έσκαψε το χώμα ανυπόμονα με την οπλή του. Μα κάτι τον έκανε να διστάζει. Βιαζόταν. Η όρεξη να σπείρει τον όλεθρο σε όσους πιο πολλούς προλάβει, πριν ξαναπέσει σε νάρκη, τον κατέτρωγε σαν τη μεγαλύτερη πείνα, τον μαστίγωνε και τον καθοδηγούσε σαν τη βέργα του ζευγολάτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά κάτι από το μαρτύριο της γυναίκας μιλούσε μέσα του, τραγουδούσε στον καυτό ιχώρα στις φλέβες του. Μήπως να σκότωνε μόνο τους άντρες κι εκείνη να την κρατούσε για λίγο ζωντανή, να επέτεινε την οδύνη της;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-2038107447553204972?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/2038107447553204972/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=2038107447553204972&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/2038107447553204972'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/2038107447553204972'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/09/10.html' title='Στιγμή 10'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-4633098918901130018</id><published>2010-09-15T14:10:00.003+03:00</published><updated>2010-09-15T14:19:17.046+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύλληψη'/><title type='text'>Φεμινισμός, ο Φανταστικός</title><content type='html'>&lt;span style="font-style:italic;"&gt;«[…] Όταν μαχαίρωσες εκείνον τον Στύγιο αξιωματικό, απαρνήθηκες την εύνοια του Ζάραλο, και την προστασία του, και βρέθηκες κυνηγημένη από τους Στύγιους».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το ξέρω» απάντησε βαρύθυμα. «Μα τι άλλο μπορούσα να κάνω; Ξέρεις ποια ήταν η αιτία».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ξέρω» συμφώνησε. «Αν ήμουν εκεί, θα τον είχα μαχαιρώσει εγώ. Αλλά όταν μια γυναίκα ζει σε στρατόπεδο εκστρατείας, πρέπει να περιμένει τέτοια πράγματα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Βαλέρια χτύπησε το μποτοφορεμένο πόδι της καταγής κι έβρισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιατί οι άντρες δε μ’ αφήνουν να ζήσω σαν άντρας;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα είναι προφανές!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Robert E. Howard, Κόκκινα Καρφιά, 1936&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια φορά κι έναν καιρό, σε σκοτεινούς φαλλοκρατικούς καιρούς, τα πράγματα ήταν απλά. Η ημίγυμνη δεσποσύνη τσίριζε. Ο Κόναν έμπαινε ανάμεσα σ’ εκείνη και το φοβερό θηρίο που την απειλούσε. Το σκότωνε. Η δεσποσύνη τού δινόταν. Κι εκεί τέλειωνε ο ρόλος της. Στον πολυσέλιδο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών; Τρεις γυναικείοι χαρακτήρες όλοι κι όλοι, σε ρόλους αβανταδόρικους, μα δευτερεύοντες. Λες κι η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού είχε κλειδώσει όλες τις γυναίκες σπίτι πριν ξεκινήσει για την αναζήτησή της. Ευτυχώς, η κοινωνία δεν έμεινε εκεί. Εξελίχθηκε προς το καλύτερο. Και μαζί της εξελίχθηκαν οι κόσμοι της λογοτεχνίας του φανταστικού. Εμφανίστηκαν στο χαρτί ανεξάρτητες αμαζόνες που μπορούσαν να τα βάλουν με οποιονδήποτε άντρα. Χώρες στις οποίες οι άνθρωποι ήταν ακόμη πιο προοδευτικοί από εμάς, ζούσαν με πραγματική ισότητα: ακόμη και στο στρατό τους υπηρετεί το ωραίο φύλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας ξεκινήσουμε ανάποδα, από το σήμερα προς το χθες. Σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής του φανταστικού, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από γυναίκες, είτε μιλάμε για βιβλία γραμμένα από άντρες που δηλώνουν «φεμινιστές», βρίσκουμε τρεις βασικές παραδοχές:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα (μοναδική ή μέλος μιας μικρής ομάδας με παρόμοιες ικανότητες), η οποία διαπρέπει στην ξιφομαχία. Διάφοροι άντρες την υποτιμούν και τα βάζουν συνεχώς μαζί της, εξαιτίας της προκατάληψής τους, αλλά τους νικά τον έναν μετά τον άλλο. Δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια κανενός. Για να μην αναφέρω ότι εμφανισιακά μοιάζει περισσότερο με μοντέλο παρά με Βουλγάρα αρσιβαρίστρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Μπορεί να υπάρξει μικτός στρατός από άντρες και γυναίκες, είτε σε ξεχωριστές μονάδες, είτε και ανάκατοι στις ίδιες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Μπορεί να υπάρξει πλήρης ισότητα σε μια προβιομηχανική κοινωνία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσωπικά διαφωνώ και με τα τρία. Να τα δούμε ένα-ένα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;α. Η αμαζόνα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύμφωνα με όσους ασχολούνται με την ξιφασκία και τις πολεμικές τέχνες, μια γυναίκα μπορεί να είναι απολύτως αξιόμαχη. Αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη ευλυγισία και ταχύτητά της, δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από έναν άντρα με τον ίδιο όγκο και την ίδια εμπειρία. Αλλά οι άντρες είναι κατά μέσο όρο πιο δυνατοί και πιο μεγαλόσωμοι. Και τα δυο φύλα αγωνίζονται σε διαφορετικές κατηγορίες πυγμαχίας και πολεμικών τεχνών όχι εξαιτίας κάποιας παλιομοδίτικης διάκρισης, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ένας άντρας εξήντα κιλών αγωνίζεται σε διαφορετική κατηγορία από έναν άντρα εκατό κιλών. Ο όγκος και η δύναμη είναι καθοριστικοί παράγοντες σε μια αναμέτρηση σώμα με σώμα. Η μεγάλη εμπειρία μπορεί να ισοσκελίσει αυτές τις ανισότητες, όπως και οποιαδήποτε άλλη, μα πρέπει κανείς να επιβιώσει αρκετά πριν την αποκτήσει. Αυτό σημαίνει πως μια γυναίκα η οποία συνεχώς μονομαχεί με τους καλύτερους για να αποδείξει την αξία της, αργά ή γρήγορα θα συναντήσει εκείνους τους λίγους που εκτός από δυνατότεροί της και ψηλότεροί της (άρα και με μακρύτερα χέρια που θα την φτάνουν χωρίς εκείνη να τους φτάνει) θα είναι ταυτόχρονα το ίδιο γρήγοροι κι ευλύγιστοι μ’ εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και υπάρχουν και δυο πιο τεχνικά ζητήματα. Πρώτον, ο άντρας είναι πιο ανθεκτικός. Δε μιλάμε για τον πόνο της γέννας, ούτε την αντοχή στα μικρόβια. Μιλάμε για το ποιος έχει περισσότερο αίμα στο κορμί του και ποιου τα ζωτικά όργανα κρύβονται πίσω από μεγαλύτερα στρώματα σάρκας. Ποιος, δηλαδή, είναι λιγότερο πιθανό να πεθάνει από το ίδιο ακριβώς τραύμα. Το δεύτερο ζήτημα είναι η έλλειψη κατάλληλων δασκάλων. Για να εκμεταλλευτεί τις αρετές του σώματός της μια γυναίκα, πρέπει να μάθει να μάχεται σαν γυναίκα. Η δύναμή της, απ’ ότι έχω διαβάσει, βρίσκεται στον άξονα της μέσης κι όχι στον άξονα των ώμων, όπως στον άντρα. Αν είναι η μοναδική θηλυκή ξιφομάχος του κόσμου, θα έχει διδαχθεί αναγκαστικά από άντρα, άρα θα ξέρει να πολεμά σαν άντρας – σαν μικρόσωμος κι αδύναμος άντρας. Αν ανήκει σε κάποια σπάνια παράδοση πολεμιστριών, όσο μακρά κι αν είναι αυτή, θα έχει ένα και μοναδικό κέντρο (π.χ. ένα μοναστήρι ή ένα αυτοκρατορικό τάγμα), άρα δεν μπορεί να είναι τόσο ανεπτυγμένη όσο η αντρική ξιφασκία που θα την εξελίσσουν ταυτόχρονα εκατοντάδες σχολές σε όλο τον κόσμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα αυτά, βέβαια, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον πιο σημαντικό παράγοντα. Για κάθε γυναίκα, είτε τη Βαλέρια, είτε την Ιππολύτη, είτε οποιαδήποτε άλλη ανίκητη αμαζόνα, υπάρχουν κάποιες μέρες του μήνα που βρίσκεται σε μειωμένη μαχητική ικανότητα (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Σε έναν μοχθηρό φαλλοκρατικό κόσμο, όπου το να κουβαλά μια γυναίκα σπαθί είναι επαρκής λόγος για να την προκαλέσει κανείς, ποιος θα φανεί τόσο ιππότης ώστε να περιμένει να την αντιμετωπίσει μεθαύριο; Κανείς μας δεν είναι απολύτως αυτάρκης, κανείς δεν είναι αδιάλειπτα στα καλύτερά του. Ακόμη και ο Κόναν έχει κακές μέρες (π.χ. όταν είναι λιάρδα, όπως στο &lt;span style="font-style:italic;"&gt;Rogues in the House&lt;/span&gt;). Πόσο ρεαλιστική είναι μια πολεμίστρια που μοιάζει με διαφήμιση λακ; Που τίποτα δεν της χαλάει καν το μαλλί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι, λοιπόν, ότι δε μπορεί να υπάρξει μια γυναίκα ικανή να σταθεί ανάμεσα στους ισχυρότερους πολεμιστές ενός κόσμου, αλλά υπό συνθήκη. Ενταγμένη σε κάποια παράδοση που να είναι λογικό να την έχει γεννήσει. Με πολλή δουλειά, ουσιαστικά αφοσιωμένη σ’ αυτό που κάνει. Έχοντας τη δυνατότητα να αποκτήσει την απαραίτητη εμπειρία, αντί να βολοδέρνει από σύγκρουση σε σύγκρουση ώσπου να πεθάνει. Και με τις αδύναμες στιγμές της, στις οποίες αναγκαστικά θα στηριχτεί σε άλλους, όπως κάνουμε όλοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;β. Ο στρατός των ίσων ευκαιριών&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό είναι πιο εύκολο να το καταρρίψει κανείς. Είδαμε πως μπορούν να υπάρξουν άξιες πολεμίστριες. Στην ιστορία του δικού μας κόσμου, πέρασαν και λίγες σημαντικές γυναικείες μονάδες, έστω κι αν είχαν πάντα ρόλο σωματοφυλακής. Προσωπικά πιστεύω πως το «ασθενές» φύλο είναι ικανό να προσαρμοστεί πιο εύκολα από το «ισχυρό» στην πειθαρχία του στρατού. Αλλά θα έπαιρνα μαζί μου στον πόλεμο μια γυναικεία μονάδα, αν ήμουν στρατηγός σε κάποιον κόσμο με μεσαιωνική ή αναγεννησιακή τεχνολογία; Μόνο από απελπισία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολύ απλά, όταν δεν έχεις πια δυο αντιπάλους, αλλά εκατό από τη μια πλευρά κι εκατό από την άλλη, τότε το λόγο παίρνουν οι μέσοι όροι. Στριμωγμένη στους στίχους μιας συμπαγούς παράταξης, η γυναίκα δε μπορεί να αξιοποιήσει ούτε στο ελάχιστο την ευελιξία και την ταχύτητά της. Το μικρότερο μέγεθος δεν αξίζει και πολλά όταν είσαι στατικός στόχος. Κι απέναντί θα βρισκονται άντρες που μπορούν να την χτυπήσουν δυνατότερα απ’ όσο μπορεί να τους χτυπήσει αυτή, που είναι ανθεκτικότεροι, βαρύτεροι και αντέχουν περισσότερη ώρα να κοπιάζουν φορτωμένοι με πανοπλία και ασπίδα. Ενώ η μεγαλύτερη μυϊκή τους δύναμη σημαίνει πως θα χρησιμοποιούν μακρύτερα και βαρύτερα όπλα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια, στα περισσότερα βιβλία οι στρατιωτίνες υπηρετούν σαν τοξότριες. Και τα ολυμπιακά ρεκόρ δείχνουν ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά ευστοχίας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Αλλά η αξία ενός τόξου έγκειται στην απόσταση στην οποία μπορεί να ρίξει ένα βέλος με αρκετή ορμή για να καρφωθεί αυτό κάπου. Πράγμα που εξαρτάται από το πόσο σκληρό είναι το τόξο, πόσο δύσκολο είναι δηλαδή να τραβηχτεί η χορδή. Είτε έχουμε να κάνουμε με ξύλινο τόξο, είτε με σύνθετο τόξο, είτε με τζάγρα (crossbow), ακόμα και με κάποιο φαντασιακό όπλο από μέταλλο ή μαγικό υλικό. Οι άντρες, όντας δυνατότεροι, θα χρησιμοποιούν σκληρότερα τόξα και θα έχουν μεγαλύτερο βεληνεκές. Εν ολίγοις, αν βάλεις τοξότριες απέναντι σε τοξότες, οι άντρες θα τις σκοτώσουν όλες πριν αυτές φτάσουν αρκετά κοντά για να μπορούν να τους πετύχουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχει, βέβαια, το πλεονέκτημα των αριθμών. Αν ο αντίπαλός σου έχει φέρει μόνο άντρες στο πεδίο της μάχης, π.χ. δέκα χιλιάδες άτομα, γιατί εσύ να μην πάρεις μαζί σου και μερικές γυναίκες; Ακόμη κι αν δεν είναι αντάξιες των συμπολεμιστών τους, δε θα βρεις πέντε χιλιάδες ακόμη; Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβίωση ενός μικρού προοδευτικού κράτους μέσα σε έναν κατά τα άλλα φαλλοκρατικό κόσμο που το επιβουλεύεται από μισαλλοδοξία (κλισέ στα βιβλία που χρησιμοποιούν αυτήν εδώ τη σύμβαση). Το «καλό» κράτος θα έχει σχεδόν διπλάσιο στρατό από τους γείτονές του, με τον ίδιο ακριβώς πληθυσμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα επιχειρήματα για τη μη συμμετοχή γυναικών στους πολέμους, όπως το ότι ένας άντρας θα νιώσει να του κόβονται τα πόδια αν δει δίπλα του μια γυναίκα να σκοτώνεται, σε σχέση με το να δει έναν άλλο άντρα. Μα αυτά βασίζονται στις κοινωνικές δομές του δικού μας κόσμου. Υποθέτουμε πως σε έναν κόσμο με παράδοση στις στρατιωτίνες, δε θα υπάρχουν τέτοια ταμπού, όπως δε θα υπάρχει και ταμπού που να κάνει τους αντιπάλους να διστάζουν να τις χτυπήσουν. Αλλού είναι το θέμα. Το σεξ είναι γνωστό αγχολυτικό και πριν από μια μάχη υπάρχει μεγάλος άγχος, οπότε για κάθε εκατό άντρες και εκατό γυναίκες που θα έχεις, χρειάζεσαι και πενήντα ευνούχους για να τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή. Αλλιώς, όταν φτάσει επιτέλους η ώρα της μάχης, δε θα μπορούν πάρουν τα πόδια τους! Φυσικά, αστειεύομαι. Κι αυτό, επίσης, είναι ένα θέμα που μια κοινωνία μαθημένη σε μικτούς στρατούς θεωρητικά θα έχει βρει τρόπο να το λύσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά ένας λόχος που περιέχει γυναίκες, είτε αποκλειστικά, είτε μαζί με άντρες, πρέπει να διατηρεί δύναμη μεγαλύτερη από την ονομαστική του. Για να το κάνω λιανά, όποια μέρα του μήνα κι αν γίνει τελικά η μάχη, κάποιες από τις στρατιωτίνες θα είναι ανίκανες να συμμετάσχουν. Άρα, για να κατεβάσει μια μονάδα εκατό γυναίκες στην πρώτη γραμμή, χρειάζεται να αποτελείται από τουλάχιστον εκατόν δέκα. Αυτό σημαίνει πως ο εξοπλισμός κι η συντήρησή του θα κοστίζουν περισσότερο από ενός αντρικού λόχου. Κι επίσης σημαίνει πως είναι αδύνατον ένας τέτοιος λόχος να κάνει γυμνάσια με την ακριβή διάταξη που θα πολεμήσουν τα μέλη του, καθώς είναι αδύνατον να ξέρουν ποιες θα λείψουν τελικά και ποιες θα είναι εκεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παραδόξως, δεν έχω ακούσει καν για κάποιο έργο φεμινιστικής φαντασίας στο οποίο να χρησιμοποιείται μαγεία για τη ρύθμιση της περιόδου και την αντιμετώπιση των πόνων της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;γ. Η δίκαιη κοινωνία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι πιο παρατηρητικοί ίσως έχουν προσέξει πως χρησιμοποιώ στα άρθρα μου τον όρο «προβιομηχανική», αντί για «μεσαιωνική». Πολλοί θεωρούν πως ο τυπικός φάνταζυ κόσμος ορίζεται από την έλλειψη πυρίτιδας. Κατά τη δική μου γνώμη, ο πραγματικός διαχωριστικός παράγοντας είναι η έλλειψη της μαζικής παραγωγής αγαθών, είτε με τεχνολογικό, είτε με μαγικό τρόπο. Αυτό που μένει, είναι η σκληρή χειρωνακτική εργασία που έχει μικρή απόδοση όσο καλά κι αν οργανωθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας αγρότης, σε ποιο από τα παιδιά του θα αφήσει το χωραφάκι του; Λογικά σ’ εκείνο που θα μπορεί να το δουλέψει καλύτερα, το πιο δυνατό και ανθεκτικό, που αναγκαστικά θα είναι αγόρι. Το ίδιο ισχύει και για έναν ψαρά με τη βάρκα του ή έναν βιοτέχνη με το εργαστήριό του. Και το κράτος, που εκτός από το να συλλέξει φόρους, έχει ανάγκη να επανδρώσει το στρατό του, θα προτιμήσει τους άντρες από τις γυναίκες (για τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω), οπότε αυτούς θα αναγνωρίζει ως πολίτες με δικαίωμα ψήφου, κοινωνικές μονάδες, κεφαλές οικογενειών κτλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα σε μια φτωχή οικογένεια, οι γυναίκες δεν εργάζονταν λιγότερες ώρες από τους άντρες τους (το αντίθετο, αν συνυπολογίσει κανείς και τα οικιακά). Αλλά δεν μπορούμε να κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα, εμείς που έχουμε αλουμινένια τενεκεδάκια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με το πάτημα ενός κουμπιού. Μια κοινωνία στην οποία ακόμη και τα απλούστερα πήλινα σκεύη απαιτούν ιδρώτα στον τροχό, θα πάρει όποια μέτρα χρειάζονται για να είναι βιώσιμη, όσο άδικα κι αν τα βρίσκουμε σήμερα. Η γυναίκα &lt;span style="font-style:italic;"&gt;δεν μπορεί&lt;/span&gt; να είναι ίση με τον άντρα σε μια προβιομηχανική κοινωνία, γιατί οι πόροι δεν είναι αρκετοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί όχι μια βιομηχανική κοινωνία, τότε, σα θέμα βιβλίου φάνταζυ; Με μαγικά εργοστάσια, ας πούμε; Ή ακόμη και η προσπάθεια χειραφέτησης του ωραίου φύλου στην αρχή μιας τέτοιας κοινωνίας; Μα εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα· αυτό εδώ το άρθρο περιγράφει περισσότερες λύσεις απ’ ότι έχω δει να χρησιμοποιούνται στα δήθεν φεμινιστικά μυθιστορήματα του χώρου. Έχουν άραγε ξοδέψει οι συγγραφείς τους έστω και πέντε λεπτά σκέψης σ’ αυτά που γράφουν; Μήπως αναφέρονται τελικά σε φανταστικά πλάσματα που έχουν γυναικεία όψη αλλά δε διαφοροποιούνται σε τίποτε από τους άντρες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και για να δούμε τι έγραφαν πραγματικά τα «φαλλοκρατικά γουρούνια» των απαρχών του λογοτεχνικού μας είδους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Βαλέρια από το απόσπασμα στην αρχή του άρθρου μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους άντρες που προσπαθούσαν να απλώσουν χέρι πάνω της. Ήταν πιο γρήγορη κι ευέλικτη από τον Κόναν. Σκότωνε τους αντιπάλους της με χτυπήματα σε καίρια σημεία, αντί να τους κόβει φέτες όπως εκείνος. Ο μεγάλος έρωτας του Κόναν, η Μπελίτ, είναι η αδιαμφισβήτητα επιτυχημένη αρχηγός των πειρατών της Μαύρης Ακτής, αρκετά καλή με το τόξο για να διδάξει τη χρήση του στους ναύτες της, αν και η ίδια δε φαίνεται πως συμμετείχε στις μάχες. Οι σκλάβες που συναντάει ο Κόναν – η Ολίβια, η Οκτάβια, η Ζηνοβία, η Νατάλα – αν και ανίκανες να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, είναι πρακτικές: επιλέγουν να τον βοηθήσουν για να τις βοηθήσει, δε διστάζουν να διατρέξουν θανάσιμο κίνδυνο και του σώζουν τη ζωή. Η αρχοντική ερωμένη Ναφερτάρι διαθέτει αρκετή γυναικεία πονηριά για να βάλει άλλους να πολεμήσουν γι’ αυτήν και παίρνει τα πράγματα στα χέρια της όταν αυτό εποδεικνύεται αναγκαίο. Γενικά, οι γυναικείοι χαρακτήρες στις ιστορίες του Robert E. Howard διακρίνονται από φιλοδοξίες και ικανότητες που συμβαδίζουν με το υπόβαθρο του καθενός τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, η Γκαλάντριελ είναι υπόδειγμα ηγέτη και επισκιάζει τον σύζυγό της. Η Άργουεν ενσαρκώνει το ιδανικό για το οποίο πολεμάει ο Άραγκορν, χωρίς το οποίο θα λύγιζε. Ενώ η Έογουιν όχι μόνο κάνει αυτό που κανείς άντρας δε μπορεί, αλλά επίσης μετά τον πόλεμο αφιερώνεται στην αντιμετώπιση των πληγών που άφησε πίσω του. Υπάρχουν πράγματα στα οποία οι γυναίκες είναι το ίδιο καλές με τους άντρες κι άλλα ακόμη στα οποία είναι καλύτερες. Τα δυο φύλα, ίσα ή άνισα, (ευτυχώς) δεν είναι ίδια. Οι γυναίκες δεν είναι το ίδιο καλές με τους άντρες στο να σκοτώνουν. Δεν είναι ντροπή. Μπορούν να γίνουν θεραπεύτριες, ανιχνεύτριες, εταίρες, ηγέτιδες, μάγισσες – φάνταζυ γράφουμε, επιτέλους! Και μπορούν να ειπωθούν ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω απ’ αυτούς τους ρόλους, με δράση και αγωνία και ένταση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν οι πατέρες του φάνταζυ διέπραξαν κάποιο σφάλμα, είναι πως απευθύνθηκαν κυρίως στο αντρικό κοινό, σε μια εποχή που υπήρχαν μόνο άρρενες αναγνώστες για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν. Έδωσαν πολύ λίγο χρόνο και πολύ λίγο βάρος στους θηλυκούς χαρακτήρες τους. Αλλά τουλάχιστον τους έβαλαν να σκέφτονται και να πράττουν με βάση αυτά που πραγματικά θα ήθελαν και θα μπορούσαν. Νομίζω τελικά πως ο φεμινισμός στη λογοτεχνία αντιμετωπίζει ακριβώς το πρόβλημα στόχου με τον φεμινισμό στη ζωή. Θέλουμε οι γυναίκες να επιτρέπεται να κάνουν ότι κι οι άντρες, ανεξάρτητα από τη σχετική ικανότητά τους; Ή θέλουμε να έχουν τη δυνατότητα να δράσουν στα πεδία στα οποία είναι ικανές και να τους αποδίδεται ο ίδιος ακριβώς σεβασμός όπως σ’ έναν άντρα που κάνει το αντίστοιχο;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-4633098918901130018?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/4633098918901130018/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=4633098918901130018&amp;isPopup=true' title='10 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/4633098918901130018'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/4633098918901130018'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/09/blog-post.html' title='Φεμινισμός, ο Φανταστικός'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>10</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-5518741606808765835</id><published>2010-08-29T14:48:00.002+03:00</published><updated>2010-08-29T15:05:47.406+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 9</title><content type='html'>Κάθε εμπόδιο για καλό. Ο χρόνος που μου δίνεται ώσπου να κυκλοφορήσει το βιβλίο, είναι μια καλή ευκαιρία για να κάνω κάποια πράγματα που είχα παραμελήσει, όπως να ολοκληρώσω τις 'Στιγμές'.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πάλι ένας από τους "κακούς" χαρακτήρες στο προσκήνιο, ο κόμης Χανσίκο. Αυτός δεν ανήκει στους Αιγλωείς, αλλά κατάγεται από τη μακρινή χώρα που λέγεται Ναντάρ. Μάλιστα, είναι ένα από τα πιο επιφανή τέκνα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[όσοι είναι καινούριοι αναγνώστες ή παρακολουθούν το ιστολόγιο μέσω facebook, ίσως δεν κατανοούν τι ακριβώς είναι αυτό εδώ το κείμενο, οπότε ας ρίξουν μια ματιά &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Κόμης Χανσίκο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λαχανιασμένος, ξέπνοος από τον πόθο, ο Χανσίκο αναζητούσε με τα χείλη του το λαιμό της Άλμα. Χανόταν ανάμεσα στους βοστρύχους της που είχαν το χρώμα του καλογυαλισμένου ξύλου, πιο σκούροι από το κάστανο, πιο ανοιχτόχρωμοι από τον έβενο. Σαν να βυθιζόταν σε σκοτεινά νερά. Όπως όταν ήταν παιδί και βουτούσε στον Ωκεανό μαζί με τα ξαδέλφια του κοντά στο υποστατικό του παππού του. Θυμήθηκε πώς αναζητούσε τότε τον βυθό, να κλείσει λίγη άμμο μέσα στις χούφτες του για να μπορέσει να αποδείξει αργότερα πως έφτασε βαθύτερα από τους άλλους. Πώς στέρευε κάθε φορά η ανάσα του κι όμως δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια για να μην ηττηθεί…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις ακούστηκε η θύρα του υπνοδωματίου να ανοίγει απότομα, μια μικρή τρομαγμένη κραυγή βγήκε από το στόμα της Άλμα. Αυτός ήταν ήδη όρθιος, το λυγερό του σώμα είχε τιναχτεί πιο γρήγορα κι από κυρτωμένο έλασμα που άξαφνα αφήνεται ελεύθερο. Είχε το σπαθί του στο χέρι και για μια στιγμή κράτησε την ανάσα του, βέβαιος πως θα αναγκαζόταν να αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα που αγαπούσε. Η Άλμα επιθυμούσε να μη μονομαχήσει ο Χανσίκο ποτέ με το σύζυγό της, να μην τον σκοτώσει – δεν έφταιγε εκείνος που οι δυο τους είχαν γνωριστεί πολύ αργά και δεν είχαν καταφέρει να ενώσουν τις ζωές τους νόμιμα, μόνιμα και δημόσια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα στο κατώφλι δε στεκόταν ο απατημένος υποκόμης Αρνάντο. Μόνο ο Ρουίς, ο εσκουέρο του Χανσίκο, προσωπικός υπηρέτης και μαθητής του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μελαχρινό αγόρι δεν ένιωσε έκπληξη βλέποντας ατημέλητα τα κορακίσια μαλλιά που λυτά έπεφταν στους ώμους του άντρα, βαριά από τον ιδρώτα. Δεν απέστρεψε το βλέμμα του από ντροπή στη θέα του γυμνού σώματος. Είχε μοιραστεί αρκετές φορές το κρεβάτι του αφέντη και δασκάλου του. Ήταν έθιμο παλιό – από την εποχή τον πολεμάρχων ακόμα, που έπαιρναν ομήρους τους γιους των εχθρών τους – να διδάσκει κάθε γενιά την επόμενη. Να της μαθαίνει κάθε τέχνη απαραίτητη στον άντρα· τέχνες της διακυβέρνησης, της μάχης και του έρωτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Συγνώμη για την ενόχληση» είπε ο μικρός. «Μα είναι αληθινά απαραίτητη η παρουσία σας αμέσως τώρα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χανσίκο ήταν ευέξαπτος και το ξάφνιασμά του είχε μετατραπεί σε οργή, αφού δεν έβρισκε άλλη διέξοδο. Μα ο Ρουίς ήταν καλό παιδί, έξυπνο και υπάκουο και ποτέ δεν του είχε δώσει αφορμή για τιμωρία. Ανήκε στη νέα γενιά των εσκουέρο. Δεν ήταν παιδί ευγενών, το είχαν αρπάξει οι Καναΐτες σε κάποια επιδρομή τους, αφού είχαν σφάξει τους γονείς του. Περατινοί δουλέμποροι το είχαν φέρει πίσω στην πατρίδα του, ξέροντας πως οι Νανταρινοί θα πλήρωναν όσο-όσο για να το γλιτώσουν από τη σκλαβιά σε κάποια ξένη χώρα. Αν το αγόρι ολοκλήρωνε τη μαθητεία του με επιτυχία, μπορούσε να αποκτήσει κάποιο σημαντικό αξίωμα στο μέλλον, ίσως κι έναν κατώτερο τίτλο. Δε θα διακινδύνευε να χάσει τέτοια μοναδική ευκαιρία για μια ανοησία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κόμης ένευσε και φόρεσε βιαστικά το παντελόνι του. Ξυπόλυτος ακόμη, δίχως ν’ αφήσει το όπλο του στην άκρη, ακολούθησε το παιδί που είχε βγει έξω στο διάδρομο. Το βρήκε να στέκει στο πλάι ενός συνομήλικού του, ενός ακόμη σκλάβου από το ίδιο περατινό φορτίο. Είχε κι εκείνο το αγόρι αγοραστεί, απελευθερωθεί και υιοθετηθεί ως εσκουέρο, από τον ίδιο το βασιλιά. Μα κανείς δεν ήξερε από πού ακριβώς καταγόταν. Είχε μαλλιά πολύ κατσαρά, σαν των Καναϊτών, κι όμως κατάξανθα σαν τον Νταετών που ζούσαν βόρεια της Ναντάρ. Τα μαύρα μάτια του ήταν τρομερά και όμορφα συνάμα, όπως ξεχώριζαν στο χιονόλευκο πρόσωπό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θα γινόταν ποτέ άξιος πολεμιστής ή ηγέτης. Ήταν ντροπαλό, λεπτό κι αδύναμο κι η φωνή που έβγαινε από τα ροδένια χείλη του μπορούσε να συγκριθεί μόνο με των αηδονιών. Όμως ο ηγεμόνας είχε πριν χρόνια βρει τη σύζυγό του μέσα στην αγκαλιά του εραστή της. Είχε νικήσει στη μονομαχία που ακολούθησε, μα είχε βγει σημαδεμένος στο πρόσωπο και στην ψυχή. Ο Ινέγο ο Ωραίος είχε καταντήσει Ινέγο ο Μισογύνης και δεν ήθελε καμιά γυναίκα κοντά του πια. Ο θεσμός του εσκουέρο ήταν γι’ αυτόν μόνο και μόνο μια δικαιολογία για να έχει κάθε τόσο καινούριο όμορφο αγόρι στο πλευρό του, σε μια σχέση που προσέφερε σ’ αυτόν απόλαυση και στο κάθε παιδί απολύτως τίποτε. Πολλοί ευγενείς, πωρωμένοι από τη φρίκη του πολέμου και μαλθακοί από τον όγκο των λάφυρων, δεν είχαν καμιά αντίρρηση να τον μιμηθούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ρουίς κι ο φίλος του έπεσαν μαζί στα γόνατα, στη στάση του ικέτη. Το ξανθό αγόρι έτρεμε, έμοιαζε ανίκανο να μιλήσει. Ποιος ξέρει τι είχε δει εκείνη τη νύχτα, τι είχε υποστεί. Ήταν κοινό μυστικό πως ο Ινέγο γινόταν κάθε μέρα και σκληρότερος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έλεος» ανέλαβε ο Ρουίς να σπάσει τη σιωπή. «Δώσε άσυλο στον κατατρεγμένο, αφέντη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χανσίκο έτριψε το σαγόνι του κι έριξε μια κλεφτή ματιά προς την Άλμα που είχε προβάλει στη θύρα του υπνοδωματίου, κρύβοντας το σώμα της με το μεταξωτό σεντόνι. Δεν ήξερε αν έπρεπε να αψηφήσει το βασιλιά, παλιό του συμπολεμιστή και άξιο ηγέτη. Γιατί είχε επιλέξει να έρθει στη δική του έπαυλη ο μικρός φυγάδας; Επειδή ήταν φίλος με τον Ρουίς από τις δύσκολες ώρες της αιχμαλωσίας; Επειδή ο ίδιος ο κόμης ήταν από τους πιο όμορφους άντρες στη χώρα κι αυτό έκανε τους άλλους να τον εμπιστεύονται; Ο Χανσίκο ήθελε να πιστεύει πως υπήρχε πιο σημαντικός λόγος. Όλοι ήξεραν πως επωμιζόταν τις ευθύνες του με ευσυνειδησία. Μαζί με τη δύναμη που του έδινε ο τίτλος του, μαζί με την εξουσία, είχε και την υποχρέωση να φροντίζει τους κατώτερους, να τους προστατεύει. Το πίστευε ειλικρινά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έλεος» είπε και το ξανθό αγόρι, σαν αδύναμη ηχώ του Ρουίς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χανσίκο δεν πρόφτασε να απαντήσει, δεν πρόφτασε να αποφασίσει καν. Άκουσε φωνές από το ισόγειο και κλαγγές και τον κρότο από ξύλο που σπάει. Έτρεξε και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο, μεγαλοπρεπής όπως οι φλόγες από τους δαυλούς φώτιζαν το ακόμη γυμνό από τη μέση και πάνω σώμα του, όπως η λάμψη τους αντανακλάτο από τη λεπίδα στο χέρι του. Αντίκρισε πολεμιστές που συγκρούονταν, δικούς του άντρες και αρματωμένους στρατιώτες της βασιλικής φρουράς που είχαν εισβάλει στο χώρο. Κάποιοι είχαν πιαστεί στα χέρια, κάποιοι είχαν πέσει, κάποιοι έκαναν κύκλους για να βρεθούν σε στρατηγικά ευνοϊκή θέση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και στο κέντρο, πάνω στον κόκκινο τάπητα που τον είχε κάνει ακόμα πιο κόκκινο το χυμένο αίμα, δέσποζε ο μαυροντυμένος στρατηγός Ζικάρ. Ψηλός, χλωμός, με καλοξυρισμένο πρόσωπο, με τα ξανθά μαλλιά του σε κοτσίδα δεμένη χαμηλά στον αυχένα, όπως συνηθιζόταν στην πατρίδα του τη Νταέτια. Εκείνος ο άντρας ήταν από τους πιο μισητούς ανθρώπους σε όλη τη Ναντάρ. Όχι μόνο επειδή ήταν ο εκτελεστής του βασιλιά, το σιδερένιο χέρι που μοίραζε τις ποινές που κανείς ντόπιος δε θα τολμούσε να επιβάλει στους συμπατριώτες του. Αλλά και ακριβώς επειδή ήταν ξένος, επειδή δεν ανήκε σε κάποια βαθμίδα της νανταρινής κοινωνίας, δεν προσποιούνταν καν πως ασπαζόταν τα ιδανικά και τις αρχές των ανθρώπων που τον φιλοξενούσαν. Κι ακόμη περισσότερο επειδή ήταν ίσως ο καλύτερος ξιφομάχος σε ολόκληρη τη χώρα και οι ευγενείς τον ζήλευαν και τον φοβούνταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χανσίκο δεν κοίταξε πίσω του προς το παρόν. Με ένα νόημά του, οι υπηρέτες θα οδηγούσαν την Άλμα έξω δίχως να τη δει κανείς. Δεν έπρεπε να τη βρουν εκεί όταν θα έψαχναν την έπαυλη για να ξετρυπώσουν τον φυγάδα. Μα ο κόμης ένιωθε πως στεκόταν σε ένα σταυροδρόμι και αδυνατούσε να δει που οδηγούσε κάθε μονοπάτι που ανοιγόταν μπρος του. Μπορούσε να κάνει κι ένα δεύτερο νόημα, να χαθεί και το ξανθό αγόρι μέσα στη νύχτα χωρίς να το βρουν οι διώκτες του. Μπορούσε να επικαλεστεί τον τίτλο του, να απαιτήσει να σεβαστούν το άβατο της οικίας του, το πόσο μεγάλος ήρωας ήταν και πόσο θα εξοργιζόταν ο λαός αν τον προσέβαλαν. Μπορούσε ακόμη και να απαιτήσει εξηγήσεις από τον Ζικάρ για όσα είχαν ήδη συμβεί. Πολύ καιρό ήθελε να αναμετρηθεί μαζί του, να βρει μια αφορμή να δείξει πως δεν ήταν δυνατόν ένας ξένος να είναι καλύτερος από τους κορυφαίους μαχητές της Ναντάρ. Όμως το κορμί του κόμη ήταν ακόμη χαυνωμένο από τον έρωτα κι ο στρατηγός είχε στη μέση του κρεμασμένη τη νταετίκα, τον μικρό πέλεκυ που εκτόξευε πριν τραβήξει το σπαθί του. Ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος, ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ή μήπως έπρεπε να ενεργήσει με σύνεση ο Χανσίκο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο βασιλιάς έχασε το παιχνίδι του» είπε ο Ζικάρ με τη βαριά ξενική προφορά του κι η βροντερή φωνή του έκανε τις αψιμαχίες γύρω του να καταλαγιάσουν. «Απαιτεί να του δώσεις το δικό σου».&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-5518741606808765835?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/5518741606808765835/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=5518741606808765835&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5518741606808765835'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5518741606808765835'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/08/9.html' title='Στιγμή 9'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-8215264830697527986</id><published>2010-08-18T08:16:00.002+03:00</published><updated>2010-08-18T08:32:41.356+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Άπνοια</title><content type='html'>Με το ένα και με το άλλο, έχουμε φτάσει στον Αύγουστο, τον μήνα που δεν κυκλοφορούν νέα βιβλία κι οι υπάλληλοι των εκδοτικών οίκων μπορούν επιτέλους να πάνε διακοπές (εκτός από τους πωλητές, που ήδη προωθούν βοηθήματα και άλλα σχολικά για το φθινόπωρο). Πράγματι, αν και είναι μια περίοδος που διαβάζονται πολλά βιβλία, δεν αγοράζονται καινούρια. Όλοι πιάνουμε αυτά που έχουμε συσσωρεύσει κατά τη διάρκεια της χρονιάς και δεν είχαμε νωρίτερα την ευκαιρία να ασχοληθούμε μαζί τους, εκείνα που μας δανείζουν φίλοι ή εκείνα που αγοράσαμε τον Ιούνιο για όλο το τρίμηνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σχετικά με το δικό μου βιβλίο, η μόνη εκκρεμότητα που είχε απομείνει τον Ιούλιο ήταν κάτι μικροδιορθώσεις στο εξώφυλλο (είναι εξαίρετο κι ελπίζω πως σύντομα θα το έχω τελειωμένο για να σας το δείξω εδώ). Ήταν τόσο ελάχιστη η δουλειά αυτή, ώστε πιστεύω πως θα έχει γίνει εδώ και μέρες. Οπότε, δεν υπάρχουν πλέον τεχνικοί λόγοι καθυστέρησης. Ο τυπογράφος μπορεί να πιάσει δουλειά και από Σεπτέμβρη να κυκλοφορήσει το "Κοράκι", μόλις κρίνει ο οίκος ότι η περίοδος είναι η κατάλληλη για την προώθησή του.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-8215264830697527986?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/8215264830697527986/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=8215264830697527986&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8215264830697527986'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8215264830697527986'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/08/blog-post.html' title='Άπνοια'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7381587595221774456</id><published>2010-05-05T11:39:00.002+03:00</published><updated>2010-05-05T11:43:53.267+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 8</title><content type='html'>Συνεχίζουμε να ρίχνουμε ματιές μέσα στο μυαλό των χαρακτήρων του βιβλίου. Όπως είχα πει, τα επόμενα κείμενα θα ασχοληθούν με τους «κακούς». Ο σημερινός, την εποχή που διαδραματίζεται το «Κοράκι σε άλικο φόντο», είναι ένας από τους ισχυρότερους άντρες στη Βασιλεία Αιγλωέων. Πώς ήταν, όμως, στα νιάτα του;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Πορφύριος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο υπηρέτης με το φαγητό, ακόμη δεν έχει φανεί κι η πείνα δεν άφηνε τον Πορφύριο να συγκεντρωθεί. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και πλησίασε τα μεγάλα παράθυρα. Η θαλασσινή αύρα ήρθε και χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του. Το μέγαρο ήταν το ψηλότερο κτήριο έξω από το Σεπτό Παλάτι και το δικό του γραφείο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στου Έπαρχου, γωνιακό. Κοίταξε στο βάθος, δυο περατινά πλοία που έκαναν ελιγμούς για να προσεγγίσουν τις αποβάθρες. Κοίταξε και χαμηλά στο λιμάνι, το ανθρωπομάνι που ερχόταν κι έφευγε, που αγόραζε και πουλούσε, που απλά ρέμβαζε. Αλλά ο Πορφύριος δεν είδε τίποτε. Το μυαλό του ήταν αλλού. Η κούραση έκανε όλη την πικρία και την απογοήτευσή του να βγουν στην επιφάνεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρωί, στον διάδρομο, είχε ακούσει τους υφισταμένους του να τον κακολογούν. &lt;span style="font-style:italic;"&gt;Αν δεν ήταν άκληρος ο Έπαρχος και δεν τον είχε ανιψιό, δε θα είχε τέτοιο αξίωμα τόσο νέος! Ποιο αξιώματα; Ούτε εργάτη δεν θα τον είχαμε εδώ μέσα!&lt;/span&gt; Μόνο αυτό είχαν να πουν όλοι στην πρωτεύουσα, από τον Μέγα Λογοθέτη ως τον τελευταίο γραφέα: ο Πορφύριος ο νεότερος είναι ανιψιός του Πορφύριου του πρεσβύτερου, το μόνο του προσόν. Κανείς δεν κοίταζε αν έφευγε κάθε μέρα βράδυ από γραφείο του, κανείς δεν σκεφτόταν πως η Περιφέρεια λειτουργούσε καλύτερα όσο αυτός αποκτούσε πιο πολλές αρμοδιότητες, κανείς δεν έδινε σημασία στις τόσες γνωριμίες και διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει ανάμεσα στα σημαντικά πρόσωπα της Αυλής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άνεμος είχε πέσει, τα πανιά των δυο πλοίων είχαν κρεμάσει σαν μισοξηλωμένα παραπετάσματα, σαν σακουλιασμένο δέρμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Πορφύριος αναστέναξε. Πού ήταν η ισχύς που έπρεπε να συνοδεύει τη θέση του; Πού ήταν όλη αυτή η αίγλη που θαύμαζε στα παιδικά του χρόνια, η χρυσή άλως σεβασμού που έμοιαζε να συνοδεύει τον θείο του; Γιατί αυτόν δεν τον χαιρετούσαν όλοι στον δρόμο, δεν του έκαναν υποκλίσεις, δεν τον καλούσαν σε όλες τις δεξιώσεις και τις εσπερίδες; Γιατί δεν λειτουργούσε σαν αφροδισιακό η εξουσία του, δεν έλκυε τις  γυναίκες στην αγκαλιά του;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ίσως έφταιγε και το βάρος του. Πάντα είχε μια τάση να παχαίνει, τώρα την επιδείνωναν τα τσιμπολογήματα στο γραφείο, η καθιστική εργασία, το άγχος. Κι εδώ ένα ασήμαντο ελάττωμα που υπερκάλυπτε τόσες αρετές. Τις πλούσιες μπούκλες του. Το μουστάκι που τόσο φρόντιζε. Τα ενδύματα από το πιο ακριβό μετάξι και τους καλύτερους ράφτες. Το χρυσάφι που σκόρπιζε απλόχερα όταν–&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούστηκε ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χτύπημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Πορφύριος στράφηκε απότομα, έτοιμος να επιπλήξει τον υπηρέτη του. Η θύρα άνοιξε απότομα κι αντίκρισε μια γυναίκα. Διστακτικά, η άγνωστη πέρασε μέσα δίχως να περιμένει πρόσκληση. Αμέσως έγινε κατακόκκινη, χαμήλωσε το βλέμμα και έκλεισε τη θύρα πίσω της. Εντελώς αθόρυβα, σαν φοβισμένη γάτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν μια πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, νεαρή∙ σχεδόν κορίτσι. Ψηλή – ίσως ένα κεφάλι ψηλότερή του – με σταρένιο δέρμα, μακριά ίσια μαλλιά στο χρώμα του μελιού, μεγάλα γαλανά μάτια. Υγρά μάτια, θλιμμένα, ικετευτικά. Τα φτωχικά ενδύματά της ήταν σεμνά, φαρδιά, ως και τα μανίκια κατέβαιναν στη μέση της παλάμης. Κι όμως, η κίνησή της, είχε δώσει στον Πορφύριο την αίσθηση της λυγερής χάρης, των θηλυκών γραμμών και καμπυλών. Ένιωσε έξαψη στη θωριά της, ένα ρίγος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα, αναζητώντας θάρρος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πήρα το θάρρος να σε επισκεφτώ, κύρη», είπε βιαστικά, πνιγμένα, «γιατί είσαι νέος, θυμάσαι τι είναι ο έρωτας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνέχισε μονοκοπανιά, να προλάβει πριν ο αέρας αδειάσει από πνευμόνια της, ένωσε τις λέξεις σε μία:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είμαι ορφανή, παραδουλεύτρα στο υποστατικό του Έπαρχου, λογοδοσμένη μ’ έναν από τους φρουρούς του. Θέλει να τον στείλει στον πόλεμο, να σκοτωθεί, για να μ’ έχει δική του. Είσαι δικός του άνθρωπος, συγγενής, μπορείς να του αλλάξεις γνώμη, να μας γλιτώσεις αν το θες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα, βουβάθηκε ξαφνικά. Το ήξερε πως είχε δείξει μεγάλο θράσος, πως είχε υπερβεί τα όρια. Αναρωτιόταν κι η ίδια πως είχε τολμήσει να τα πει όλα αυτά, αναρωτιόταν τι συνέπειες έπρεπε να υποστεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Πορφύριος ένιωσε το στόμα του στεγνό. Είχε απέναντί του αυτήν την καλλονή που κρεμόταν από το στόμα της, που ένιωθε την ανάγκη να της κάνει οποιαδήποτε χάρη για να την δει να χαμογελάει. Μόνη της εκεί, δίχως τη συνοδεία κάποιας γηραιάς θείας ή τροφού, δίχως να την περιμένει κάποιος στο σπίτι. Σκέφτηκε να πάει στο πλευρό της, να δηλώσει τη στήριξή του, να της χαϊδέψει το λευκό της χέρι παρήγορα. Από την άλλη, είχε το θείο του, που αποδεικνυόταν λίγος, πενιχρός στα στερνά του. Ήταν αυτός που τον είχε αναδείξει, τον είχε υιοθετήσει σχεδόν, του είχε προσφέρει όσα είχε – ας ήταν άξιος να τα κατέχει, χωρίς τον Πορφύριο τον πρεσβύτερο, δεν θα τα είχε γνωρίσει ποτέ. Κι αν έρχονταν αντιμέτωποι, αν τα πράγματα έφταναν στα άκρα, το σκάνδαλο θα κατέστρεφε τον γέρο ολοκληρωτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δίλλημα ήταν μεγάλο, το μεγαλύτερο που είχε συναντήσει ως τότε στη ζωή του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπορούσε να κάνει υπομονή, να μη φανεί άπληστος σαν τον θείο του, να δρέψει με το καλό το μπουμπούκι που είχε μπρος του μια και μόνη φορά, αντί να το θελήσει μόνιμο στολίδι στο κρεβάτι του. Με αντάλλαγμα, τη βοήθεια που του ζητούσε. Ή να δείξει πως ήταν έτοιμος, πως δεν ήταν νωρίς, πως δεν ήταν απλά &lt;span style="font-style:italic;"&gt;ένας ανιψιός&lt;/span&gt;. Να απαιτήσει να παραιτηθεί ο Έπαρχος και να τον χρίσει αντικαταστάτη του. Εκτός αν ήθελε να διαπομπευτεί δημόσια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπρεπε να ηρεμήσει, να σκεφτεί λογικά, να επιλέξει ορθά. Να ζυγίσει προσεκτικά τα ‘επιθυμώ’ και τα ‘μπορώ’.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7381587595221774456?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7381587595221774456/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7381587595221774456&amp;isPopup=true' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7381587595221774456'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7381587595221774456'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/05/8.html' title='Στιγμή 8'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7293652193247638525</id><published>2010-04-23T08:25:00.005+03:00</published><updated>2010-04-23T09:41:16.990+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χάρτης'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Πλάση'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Βλέπω στεριά!</title><content type='html'>Τον φάγαμε τον γάιδαρο, το Κοράκι απλώνει τα φτερά έτοιμο για πτήση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χθες ήμουν στα γραφεία των εκδόσεων Πατάκη, για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Οριστικοποιήθηκε ο Μάιος ως μήνας κυκλοφορίας, μίλησα και με κάθε είδους υπεύθυνους, σε όλα τα στάδια και τα επίπεδα από τα οποία περνά ένας τίτλος. Είδα λίγο και τους φρενήρεις ρυθμούς που χρειάζονται για να κυκλοφορούν βιβλία το ένα μετά τον άλλο, όλο το έτος. Τα τηλέφωνα να χτυπάνε, συγγραφείς και γραφίστες να μπαινοβγαίνουν ο καθένας για το θέμα του, ώρες και ώρες δουλειάς να κρύβονται πίσω από τις σελίδες που φτάνουν στα χέρια μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον πολύ θετικό απολογισμό της ημέρας, σημειώνω και μια σύντομη συνάντηση με τον κύριο Φίλιππο Μανδηλαρά, ο οποίος μάλιστα έχει την εποπτεία σε κάποια θέματα του βιβλίου μου. Τον είχα ακουστά σαν άνθρωπο που αγαπά τη φαντασία (με όσο ευρύ θέλετε, τον ορισμό), αλλά αυτό ακούγεται πολύ ξερό και λίγο τώρα που τον ειδα από κοντά. Για όσους δεν το έχουν υπόψη, είναι ο συγγραφέας (μεταξύ άλλων) των &lt;a href="http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&amp;bookid=121110"&gt;Μπανανόψαρων&lt;/a&gt; και της &lt;a href="http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&amp;bookid=95441"&gt;Νίκης&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, γνώρισα και τον εικονογράφο που θα δημιουργήσει το εξώφυλλο, τον &lt;a href="http://g-nazlis.com/"&gt;Γιώργο Ναζλή&lt;/a&gt;, με τον οποίο καταλήξαμε σε μια ιδέα εργασίας. Αναμείνατε στο ακουστικό σας για το αποτέλεσμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ένα δωράκι για όσους είχατε την υπομονή και παρακολουθήσατε το ιστολόγιο ως εδώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/S9E1mbdVkgI/AAAAAAAAABs/CxH12__HRHg/s1600/PlasiForPrint_Generic_NewEdition.v.1.0.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 214px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/S9E1mbdVkgI/AAAAAAAAABs/CxH12__HRHg/s320/PlasiForPrint_Generic_NewEdition.v.1.0.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5463206757299229186" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο χάρτης του Ozzo που δείχνει το μέρος της Πλάσης που είναι γνωστό στους Αιγλωείς. Η εικόνα είναι πολύ απλοποιημένη σε σχέση με το αυθεντικό καλλιτέχνημα, όπως θα παρουσιαστεί στο βιβλίο για να είναι αναγνώσιμη σε μέγεθος δυο σελίδων 14x21 (δείτε ένα δείγμα από το πλήρες έργο &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post_10.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;). Ουσιαστικά μόνο οι ακτογραμμές φαίνονται και μάλιστα στο βιβλίο θα είναι μονόχρωμη η εκτύπωση. Αλλά αρκεί για να πάρετε μια ιδέα και να απαντηθεί η συνήθης ερώτηση: "Πώς είναι ο κόσμος σου;"&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7293652193247638525?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7293652193247638525/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7293652193247638525&amp;isPopup=true' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7293652193247638525'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7293652193247638525'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/04/blog-post_23.html' title='Βλέπω στεριά!'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/S9E1mbdVkgI/AAAAAAAAABs/CxH12__HRHg/s72-c/PlasiForPrint_Generic_NewEdition.v.1.0.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-4831815603718019598</id><published>2010-04-08T11:47:00.002+03:00</published><updated>2010-04-08T12:15:03.199+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Οπισθόφυλλο</title><content type='html'>Όσο πλησιάζει η μεγάλη ώρα της κυκλοφορίας, τόσο περισσότερα άτομα με ρωτούν για θέμα του βιβλίου. Δε λέω πολλά και μοιάζω αναίτια μυστικοπαθής, αλλά η αλήθεια είναι απλή. Με τόσους χαρακτήρες που περιέχει το κείμενο, τόσες "διχάλες" στην πλοκή και τόσα θέματα που προσπάθησα ν' αγγίξω, αδυνατώ να συνοψίσω το βιβλίο χωρίς να πλατειάσω και χωρίς ν' αποκαλύψω κάποιες σημαντικές ανατροπές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντως έφτασα η ώρα που έτρεμα και βρέθηκα αναγκασμένος να γράψω το κείμενο για το οπισθόφυλλο, ένα από τα πιο σημαντικά δολώματα για τον αναγνώστη, ίσως το κριτήριο με το οποίο θ' αποφασίσει αν θα πάρει μαζί του στο ταμείο το βιβλίο που σήκωσε από το ράφι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκοψα, έραψα, συμβουλεύτηκα φίλους και τελικά υπέβαλλα πριν πέντε λεπτά το κείμενο που ακολουθεί. Ίσως γίνουν κάποιες μικροαλλαγές από τον εκδότη, αλλά χοντρικά το παρακάτω θα δείτε στο οπισθόφυλλο και ελπίζω να είναι κάπως κατατοπιστικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Για όλα τα έθνη βόρεια του Ωκεανού, η Βασιλεία Αιγλωέων είναι συνώνυμη με τον πολιτισμό και τον πλούτο, με την πολιτική και τη στρατιωτική ισχύ. Μια θρησκευτική έριδα, όμως, ξεσκεπάζει την παρακμή στην οποία έχει περιέλθει, δίνοντας πρόσφορο έδαφος στους εχθρούς που καραδοκούν. Προδοσίες και ραδιουργίες, ασταμάτητες στρατιές, βλάσφημα ξόρκια, στοιχειά και τέρατα, απειλούν να διαμελίσουν τη χώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι, ο Φιλάρετος μεγαλώνει μέσα σε κλοιό από προστατευτικά ψεύδη. Στα πεδία των μαχών, ο Αργυρός ανδραγαθεί για δυο δεκαετίες. Στη διεφθαρμένη Αυλή, ο Σεβαστιανός είναι πρώτος μεταξύ ίσων μια ολόκληρη ζωή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δίχως πλήρη εικόνα του κινδύνου, δίχως να γνωρίζονται καν, ο καθένας τους πράττει ό,τι θεωρεί σωστό. Ίσως μπορούν να σώσουν τους Αιγλωείς, αν επιτύχουν τους στόχους τους…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;…και οι τρεις ταυτόχρονα.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-4831815603718019598?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/4831815603718019598/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=4831815603718019598&amp;isPopup=true' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/4831815603718019598'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/4831815603718019598'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/04/blog-post.html' title='Οπισθόφυλλο'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-699091525919301113</id><published>2010-03-29T20:48:00.002+03:00</published><updated>2010-03-29T20:54:32.900+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Περιφέρειες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Βασιλεία Αιγλωέων'/><title type='text'>Οι Περιφέρειες - Νεάπολης</title><content type='html'>Η Περιφέρεια Νεάπολης είναι σχεδόν ταυτόσημη με την ίδια τη Νεάπολη. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών και κωμοπόλεων πηγαινοέρχονται τόσο συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειές, ώστε είναι σχεδόν κι αυτοί μέρος του πληθυσμού της. Οι κάτοικοι της μακράν μεγαλύτερης πόλης της γνωστής Πλάσης, είναι ένα πλήθος, υπερήφανο για τη δύναμη που του δίνει ο αριθμός των μελών του, η ποικιλομορφία του κι η αστική του παράδοση. Κυκλοφορούν αμέτρητες ιστορίες, παραμύθια και μύθοι, ακόμη και παροιμίες, με πρωταγωνιστές τον Πρώτο Αυτοκράτορα και τους συνεργάτες του, σε βαθμό αυτά τα πρόσωπα να έχουν χάσει κάθε ιστορικότητα και να έχουν μετατραπεί σε αφηγηματικά αρχέτυπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Το χρυσό το μήλο&lt;br /&gt;(παραμύθι που λένε οι ζητιάνοι)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Πρώτος Αυτοκράτορας, που λέτε, έβγαινε από το Παλάτι κάθε τόσο με το χρυσό φορείο του που το κουβανούσανε δέκα υπηρέτες στους ώμους τους. Ήθελε να βλέπει την πόλη που είχε φτιασμένη και να τη θαμάζει, τι είχε ν’ αφήσει πίσω να τον σχωρνάνε οι κατοπινοί ως τα σήμερα κι ακόμα. Δέκα χρόνια γυρνούσε, κι ακόμη δεν την είχε δει όλη, τόση που είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα, είπε να δει και πώς ζούμε κι εμείς οι παρακατιανοί και πήρε να κατεβαίνει την Κωπαϊνή. Ότι έφτασε εδώ δίπλα, στην Κρήνη του Κυριανού και είδε τους ζητιάνους του παλιού καιρού, μαύρισε η ψυχή του. Τι να την κάμει μετά τη μαρμαρένια κόρη στην Κρήνη, άμα έχει και τόση ασκήμια γύρω; Ποιος θα γυρνάει να την κοιτάξει, αντί να κλείνει τα μάτια και να περνάει στα γρήγορα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη στεναχωριέσαι διόλου», του λέει ο Έπαρχος που ήτανε μαζί του στο φορείο. «Να στους διώξω εγώ όσο να πεις κύμινο. Τι κατάλαβες τόσον καιρό που δε με άφηνες; Τώρα τους είδες και με τα μάτια σου κι ησύχασες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα, ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκαμε ένα φεγγάρι να φανεί από το Παλάτι, όπως τον είχε ορμηνεμένο ο πονηρός ο Έπαρχος. Έπιασε κι έλεγε ο κόσμος πως αρρώστησε ο κύρης μας και φέρνανε γιατριές και μαντζούνια και καταπότια, μα δεν τον έπιανε τίποτα. Και κρέμασε ο κόσμος μαύρα πανιά στα παναθύρια, πένθος πριν καν πεθάνει ο άνθρωπος. Ώσπου στο τέλος μαθεύτηκε η αλήθεια από μια μαγείρισσα πολύ κουτσομπόλα, που δεν κρατιότανε να μη βάλει ξόμπλια για κανένανε και για τίποτις. Είχε, λέει, βγάλει ο Αυτοκράτορας μιαν άσπρη τρίχα κι είχε πέσει να πεθάνει από το κακό του που γέρναγε και είχε να βρίσκει μόνο κακά κι αρρώστιες πια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αφού όλοι οι καλοστεκούμενοι γερόντοι πήγανε στο Παλάτι και του είπανε τι τρώγανε και πόσο και τι άλλο κάνανε κι ήτανε κοτσονάτοι, στο τέλος ήρθε κι ένας σοφός από τα μέρη των Δηωτών που ήτανε, λέει, χίλιω χρονώ. Ψόματα, ντε. Ήτανε ο Έπαρχος, βαμμένος με καπνιά και μια τουλούπα μπαμπάκι για άσπρα γένια. Τους έβαλε αυτός στο νου πως είναι λέει μια μηλιά σε άγριους τόπους, και βγάνει χρυσά μήλα μια φορά στα χίλια χρόνια κι όποιος τον φάει τον καρπό της, θα μείνει νέος ως τα στερνά του κι αρρώστια δε τον ξαναρίχνει στο στρώμα. Μόνο για να το βρει το δέντρο άνθρωπος, πρέπει να μην είναι γερός, να ‘χει κάτι να γιατρευτεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσο να πεις κύμινο, όλοι οι αναπήροι βρεθήκανε όξω από τις πύλες. Άλλοι γιατί τόσο τους έκοβε, ότι αυτοί τάχα θα σώνανε τον Αυτοκράτορα, άλλοι κανακεμένοι με φλουριά κι άλλοι σπρωγμένοι με το ζόρι, με το κοντάρι στην πλάτη. Πήρανε όλοι μαζί τη Βασιλική Οδό, κουτσαίνοντα, σκουντουφλόντα, σέρνοντα, όπως μπορούσε ο καθείς. Μερικοί πάει καλιά τους, δεν ήταν για τίποτις άλλο από διακονιά. Άλλοι κουτσοβολεύανε καμιά δουλίτσα και σταθήκανε στα χωριά που συναντάγανε κι άμα ξεμάθανε το καθισό μπορέσανε και παντρευτήκανε και ξεκινήσανε ζωή καλή. Άλλοι-παράλλοι, πάλι, αποκάμανε και ξαναπιάσανε τη ζητιανιά, αλλά σε καινούριο τόπο πια. Καλώς-κακώς, την ξέμαθε τη φάρα μας η Νεάπολη εκείνα τα χρόνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγοι φτάσανε και σε ξένους τόπους και κάμανε καλά ή άσκημα, κατά τον κόσμο που ζούσε σ’ εκείνα τα μέρη. Στο τέλος δεν είχε μείνει άνθρωπος να ρωτάει πια για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, μονάχα τέσσαροι που είχανε πιάσει φιλία, ένας στραβός, ένας λωλός, ένας κουτσός κι ένας κουφός. Αυτοί άλλο τίποτις καλύτερο δεν είχανε βρει να κάμουνε στο δρόμο και δε σταθήκανε πουθενά, αλλά και κακό δεν τους είχε βρει, μιας και βοηθάγανε ο ένας τον άλλο. Με υπομονή, με καλή οικονομία, με κουβέντα, τα καταφέρανε και φτάσανε ως το Ραδινό, που ξεκινάνε τόποι απολίτιστοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί ήτανε ένας βαρκάρης που πέρναγε τον κόσμο απέναντι στο ποτάμι. Κι οι αναπήροι βρήκανε μπροστά τους παλικάρια. Ήτανε αρχοντόπουλα στους τόπους τους κι είχανε αποφασίσει ο καθένας να βρει το χρυσό το μήλο για τον βασιλέ του, σαν ακούσανε για δαύτο. Έτσι, θα τους ιστορούσανε σε τραγούδια, θα καλοπαντρευότανε, θα τους λούζανε στα φλουριά και θα τρώγανε κι οι ίδιοι από το δέντρο, να μείνουμε νέοι ως τα στερνά τους. Κι αφού έπρεπε να είναι λειψοί, είχε ο καθείς κόψει το μικρό του το δαχτύλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτοί πλερώσανε και πήγανε απέναντι δια μιας. Οι αναπήροι δεν είχανε μήτε χάλκινο. Ο βαρκάρης σταύρωσε τα χέρια και τους λέει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιατί να τραβήξω κουπί για τα μούτρα σας; Μην και σας χρωστάω από πουθενά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αποκρίθηκε τότε ο λωλός, που έτρεχε η γλώσσα του πιο μπροστά από το μυαλό του:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε μας χρωστάς, λες; Δεν είσαι γερός του λόγου σου; Δεν είναι και τ’ αδέρφια σου και τα παιδιά σου; Δε θες να κάμει και γερά εγγόνια; Σαν δε γεννιόμαστε εμείς να είμαστε λειψοί, κάποιος άλλος θα ήτανε. Ξέρεις αν ήσουνα εσύ ή οι δικοί σου;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έβρισκε τι να πει ο βαρκάρης, δεν το ‘χε ξανασκεφτεί κιόλα, τους φόρτωσε και τους πάει απέναντι. Εκεί είδανε σκοτωμένους σωρό, είχανε ορμήσει οι βάρβαροι στα παλικάρια κι είχανε περαστεί λεπίδι. Όσοι γλιτώσανε, είχανε κρυφτεί στα δάσα και σαν είδανε τους τέσσερις φίλους, πέσανε να ξεπληρώσουν σ’ εκείνους το αίμα. Ο κουφός δεν άκουσε τίποτις να σκιαχτεί, ο κουτσός δεν πρόφταινε να γλιτώσει, ο στραβός δεν ήξερε πού να πάει, ο λωλός πού να πήγαινε μοναχός του; Σαν τους είδανε οι βάρβαροι πως δεν αρχίσανε να τρέχουνε, μήτε και είχανε όπλα στα χέρια, είπανε πως κάτι παραπάνω θα ξέρουνε ετούτοι και δεν τολμήσανε να τους πλησιάσουνε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ας τους», είπανε, «ας μην τους κόψουμε εμείς. Θα τους κόψει ο Δημιουργός όποτε είναι η ώρα τους».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, περάσανε κι από κει και φτάσανε σε μια σπηλιά που απόξω στεκότανε μια γριά άσκημη, ψηλή και κοκαλιάρα, με μαλλιά σα σκοινιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μην ξέρεις από πού πάνε για το δέντρο με τα χρυσά τα μήλα, καλή κυρά;», τη ρωτήσανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη άναψε ένας φανάρι και μπήκε στη σπηλιά και τους έκαμε νόημα να πάνε ξοπίσω της. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, φτάνουνε σε μια κάμαρα μεγάλη σαν παλάτι, γεμάτη πέρα για πέρα και από το πάτωμα ως το ταβάνι με φλουριά. Μες τα φλουριά στεκότανε ένα παιδί όμορφο και ξανθό και τους είπε άμα θέλουνε να τους δώσει από ένα σακί άπατο, να βάλουνε μέσα όσα φλουριά τράβαγε η ψυχή τους. Εκεί λιποψυχήσανε κι είπανε να παρατήσουνε το χρυσό το μήλο, μα το παιδί έπιασε και κύλαγε τα φλουριά στη χούφτα του, να τα δούνε να τα ζηλέψουνε. Οι τρεις σκεφτότανε πως θα κάνανε ζωή χρυσή, γιατί άμα είσαι πλούσιος, κανένας δε σε κοιτάει άμα έχεις ένα χέρι ή ένα ποδάρι. Μα ο στραβός τους πήρε στανικώς να προχωρήσουνε και να προκάμουνε τη γριά που είχε πιάσει και ξεμάκραινε. Σαν τη φτάσανε, τους λέει εκείνη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά που δε σταθήκατε, γιατί άμα σκοτεινιάζει, το παιδί γίνεται θεριό που τρώει ανθρώπους. Πριν λίγο στάθηκε ένας Περατινός και τώρα δεν είχε ούτε κοκαλάκι να δείτε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέει κι ο στραβός:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι να σταθούμε. Ψεύτικα ήτανε τα φλουριά. Τα άκουγα εγώ που δεν κουδουνίζανε σωστά, όπως τα χρυσά που ‘χει ο κόσμος στο πουγκί και δε μου δίνει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί η γριά τους έπεψε να προχωρήσουνε μοναχοί. Χωθήκανε βαθύτερα στη σπηλιά, πηγαίνανε-πηγαίνανε και βρίσκουνε άλλη γριά άσκημη, αδερφή με την πρώτη. Ετούτη ήτανε χοντρή και ιδρωμένη και αγκομάχαγε με κάθε ανάσα και κάθε βήμα και κάθε λόγο. Τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι και τους είπε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σαν βρείτε μια αδερφή μου που είναι ακόμα πιο κάτω, μην λησμονήσετε να της πείτε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,&lt;br /&gt;το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.&lt;br /&gt;Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,&lt;br /&gt;το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.&lt;br /&gt;Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,&lt;br /&gt;το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως σας το λέω, έτσι να το πείτε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο λωλός πήρε το φανάρι, έπιασε να μουρμουράει το γλωσσοδέτη της γριάς πάλι και πάλι, σαν το μουρλό το τούμπανο, και έκοψε μπροστά, ξοπίσω κι οι άλλοι. Πιο πέρα, βγήκανε σε ανοιχτό τόπο, ένα δάσο σκοτεινό, στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια γούβα σαν αμασχάλη. Είχε νυχτώσει για τα καλά και δίχως το φανάρι, μήτε και θα ξέρανε πού πάνε και πού είν’ το μονοπάτι. Πηγαίνανε-πηγαίνανε κι αρχίσανε κι ακούγανε λύκους ν’ ουρλιάζουνε, όλο και πιο σιμά. Πιαστήκανε χέρι-χέρι και ανοίξανε όσο μπορούσανε το βήμα, μα φτάσανε και βλέπανε κόκκινα μάτια μέσα στα δέντρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέει τότε  ο κουτσός:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αμολυθείτε, αδέρφια, και τρέχετε. Ας μείνω εγώ παραπίσω. Άμα είναι να φάει απόψε το κοπάδι, ας φάει ένανε μονάχα, μη μας φάει όλους άδικα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην αρχή δε θέλανε, μα σαν είδανε πως άλλο δε μπορούσε να γενεί, σταθήκανε, τον φιλήσανε σταυρωτά και δώσανε δρόμο. Προχώραγε κι εκείνος όπως-όπως, έβλεπε και δεν έβλεπε στα σκοτάδια, μα δεν ήθελε και να σταθεί να πεθάνει, κι ας μην το ‘λπιζε να γλιτώσει. Εκεί που προχώραγε, βρίσκει ένα παιδί όμορφο με μαλλιά καστανά κι έκλαιγε. Είχε γυρίσει το ποδάρι του όπως έτρεχε και δεν μπορούσε πια να περπατήσει διόλου. Το λυπήθηκε ο κουτσός και το φορτώθηκε στην πλάτη, ας πήγαινε τώρα πιο αργά ακόμα. Λέει, άμα μας φτάσουνε τα θεριά, το πετάω μες τα δέντρα το παιδί και άμα δεν το μυριστούνε, γλιτώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις σιμώνουνε οι λύκοι κι είπε πάει χαμένος, πηδάει το παιδί χάμω και γίνεται άντρας ολόκληρος. Κάνει μια έτσι με το χέρι του και τα ζώα σταθήκανε και λουφάξανε και δεν τολμάγανε να κάμουνε βήμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά που δε με παράτησες, όπως με είδες», λέει το παλικάρι με τα καστανά μαλλιά. «Θα σε κάνανε μια χαψιά σα σε βρίσκανε μονάχο τα θεριά. Έτσι έκαμε κι ένας Δαετός που πέρασε, είπε ‘ο καθένας ότι είναι άξιος ατός του, ας κάμει’. Και δεν έμεινε από τούτονε τίποτις να σαβανώσει η μάνα του και να κλάψει η αδερφή του».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι να πει ο κουτσός; Ευχαρίστησε κι έδωσε να προλάβει τους άλλους. Εκείνοι είχανε φτάσει πέρα απ’ το δάσο, εκεί που άνοιγε δεύτερη σπηλιά στο βουνό και περίμενε δίπλα σε βράχια πεσμένα μια γριά καμπούρα, με μια μύτη κι ένα σαγόνι τόσο γυρισμένα που αγγίζανε μεταξύ τους. Όπως πήγαινε μπρος ο λωλός, πριν προλάβουνε να τη χαιρετίσουνε οι άλλοι, της λέει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;«να ξυστρίσει τ’ άλογο το ξεξύστριστο,&lt;br /&gt;το ξεπέταλωτο, το ξεκαπιστρωμένο.&lt;br /&gt;Ν’ αλέσει το κριθάρι το ανάλεστο,&lt;br /&gt;το άλιαστο, το ξαναποκρισαρωμένο.&lt;br /&gt;Και να γανώσει το κακάβι το ξεγάνωτο,&lt;br /&gt;το καλοξεπλυμένο, το καλοξανακολλημένο».&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του λέει εκείνη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μπράβο, παλικάρι μου. Οι άλλοι κουτσά-στραβά το είπανε και περάσανε. Ο Ελεβός που σκέφτηκε πώς δεν τον ξαναβλέπω και δε με έχει ανάγκη, πήγε να περάσει έτσι και τον πλακώσανε τα βράχια. Εσύ τέλεια και παρατέλεια το είπες, γι’ αυτό θα σου δώσω ορμήνια: τον κουφό βάλτε μπροστά τώρα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι κάμανε, και με τον κουτσό πάλι στη συντροφιά τους, χωθήκανε στη σπηλιά. Πηγαίνανε-πηγαίνανε, μισόσβησε το φανάρι τους και πηγαίνανε ψηλαφιστά, ώσπου φτάσανε μπρος σε μια στενή τρύπα και μπροστά της ήτανε ένας σκύλος μεγάλος και μαύρος. Ήτανε δεμένος με αλυσίδα και δε μπορούσε ούτε να χιμήσει, ούτε να φύγει. Μόνο αλύχταγε και έβριζε με ανθρώπινη φωνή και περιγέλαγε τους αναπήρους, πως φτάσανε τέσσαροι ως εκεί γιατί δεν όλοι μαζί δεν κάνουν έναν άντρα σωστό. Κοντά στο σκύλο, ήτανε αφημένο ένα τσεκούρι με μακρύ στειλιάρι. Οι άλλοι είχανε αφρίσει με τα όσα ακούγανε, θέλανε και να περάσουνε, είπανε να σκοτώσουνε το σκυλί. Μα ο κουφός πήγαινε μπροστά και πρόλαβε και πήρε το τσεκούρι πρώτος. Ετούτος δεν είχε ακούσει καμιά βρισιά και έβλεπε και καλύτερα που ήτανε μαθημένος να ‘χει μάτια μοναχά. Δίνει μια καλή μες το σκοτάδι με τη φαρδιά μεριά του τσεκουριού και τον ξαπλώνει κάτω το σκύλο, ζωντανό ακόμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν προλάβανε να τον δρασκελίσουνε, ξαναπετάγεται θεριεμένη η φλόγα του φαναριού, φωτίζεται ο τόπος, γίνεται ο σκύλος παιδί όμορφο με μαλλιά μαύρα. Λέει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά και τρίκαλα που δεν κάματε καθόλου να με σκοτώσετε. Και να μου δίνατε μία να μου πάρετε το κεφάλι, πάει καλά. Έναν Κουβράτος που πήγε να περάσει, από τα νεύρα του και το κακό του, μου έδωσε μια και δυο και δέκα και με έκαμε κομμάτια κι ύστερα ζωντάνεψα και τον έφαγα. Άιντε τώρα και το ‘βρατε το δέντρο, πιο κάτω είναι. Μόνο ό,τι κάμετε κι ό,τι πείτε, καλά να το στοχαστείτε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο ακόμα πήγανε, φτάσανε σε ένα δέντρο τόσο ‘δα, κοκκινωπό, με ένα χρυσό μήλο μονάχα να κρέμεται στα κλωνιά του. Δεύτερο δεν είχε, μήτε φύλλο. Δίπλα στεκότανε μια γριά, αδερφή με τις άλλες τρεις. Ετούτη ήτανε μαυριδερή και ζαρωμένη σα σταφίδα, τόσο που ίσα ξεχώριζε το στόμα της το φτενό μέσα στις άλλες γραμμές στα μούτρα της. Καλοσώρισε τους τέσσαρους φίλους και τους λέει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άτυχοι είσαστε, παιδιά μου. Το χρυσό το μήλο είναι καινούριο, σε χίλια χρόνια θα ξαναγενεί καινούριο. Τόσο κόπο κάματε να φτάσετε, ένας σας θα φάει μονάχα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απογοητευτήκανε, το κουβεντιάσανε. Κανένας τους δεν ήθελε να το στερήσει από τους άλλους, ξέρανε πως όποιος γενεί γερός, θα τους καταφρονήσει τους άλλους και δε θα ‘νε φίλοι πια. Έτσι είπανε να το πάρουνε το φρούτο και να το πάνε στον Αυτοκράτορα που το ήθελε από την αρχή και ήτανε και της σειράς του. Μόλις συμφωνήσανε, πάνω στη στιγμή, φτάσανε κι άλλες τρεις γριές και το δέντρο ζωντάνεψε κι έγινε παιδί όμορφο με μαλλιά κόκκινα. Στο χέρι του το δεξί κράταγε το χρυσό το μήλο και το ‘δινε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είστε άξιοι να το πάρετε», τους συντυχαίνει. «Τόσα κάματε σωστά και περάσατε. Άμα λέγατε εσείς να το φάτε το χρυσό το μήλο κι εκεινού που του το τάξατε να μην του πάτε τίποτις, σαν που είπε ο Δάνονας, θα σας πιάνανε οι ρίζες μου και θα σας τραβάγανε ζωντανούς στο χώμα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκαμε ο λωλός ν’ απλώσει το χέρι, μα στάθηκε σα μιλήσανε οι γριές:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν κάνει να σας το πει το παιδί, μα το χρυσό το μήλο είναι η ζωή του. Άμα μείνουνε γυμνά τα κλωνιά, πάει, σβήνει και χάνεται».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέτοιο πράμμα, ούτε να το ακούσουνε οι αναπήροι. Γυρίσανε όπως ήτανε να φύγουνε, όπως είχανε έρθει. Μα πάλι μπροστά τους είδανε το δέντρο, αντί να μείνει πίσω από την πλάτη τους το παιδί. Και τώρα τα κλωνιά του ήτανε βαριά από τον καρπό και κοντεύανε να σπάσουνε. Κι οι γριές είχανε γενεί πανώριες νιες, με χαμηλό το βλέμμα. Ετούτες επιμείνανε και τους ταΐσανε με το ζόρι τα φρούτα, ένα στον καθένα, κι ήτανε γλυκά-ολόγλυκα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τώρα είστε αλήθεια άξιοι», είπε η φωνή του παιδιού που ήτανε δέντρο. «Άμα σαν τον Δηώτη που έφτασε ως εδώ, κι όλα τα άλλα τα έπραξε σωστά, δε σας ένοιαζε ούτε ο εαυτός σας, μα δε σας νοιάζανε κι οι άλλοι για να κάμετε το σκοπό σας, πάλι χαμένοι θα πηγαίνατε και δηλητήριο θα ήτανε το μήλο το χρυσό στ’ αχείλι σας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έτσι πάψανε να ‘ναι λειψοί οι τέσσαροι φίλοι, γίνανε γεροί και σωστοί στα όλα τους και παντρευτήκανε τις τέσσαρες πανώριες. Μα το χρυσό το μήλο κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε όλους τους παλιούς πόνους, κι έτσι ξεχάσανε κι εκείνοι τη Νεάπολη και μείνανε στις σπηλιές να φυλάνε το δέντρο με τις γυναίκες τους. Ποιος το ξέρει, μπορεί και ως τα σήμερα κι ακόμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ο Πρώτος Αυτοκράτορας που ‘χε αρχίσει πια να γερνάει, μήλο χρυσό δεν έλαβε και πέθανε όπως ο καθείς. Κι άμα πέθανε κι ο Έπαρχος ο πονηρός, ξαναγέμισε η Νεάπολη σιγά-σιγά με ζητιάνους και κρατάει η φάρα μας μέχρι τα σήμερα κι ακόμα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-699091525919301113?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/699091525919301113/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=699091525919301113&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/699091525919301113'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/699091525919301113'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/03/blog-post_29.html' title='Οι Περιφέρειες - Νεάπολης'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-6132698222604118782</id><published>2010-03-27T11:08:00.003+02:00</published><updated>2010-03-27T11:26:46.464+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Τελευταία Νέα</title><content type='html'>Τέλος και η επιμέλεια πια. Εκκρεμούν η μετατροπή σε φιλμ, το εξώφυλλο (με το κείμενο του οπισθόφυλλου που πρέπει να γράψω ο ίδιος!) και κάτι μικρά τεχνικά θέματα με το χάρτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προφανώς, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε το Μάρτη που είχα γράψει στην τελευταία σχετική ανάρτηση, ούτε και θα προλάβει να βγει πριν το Πάσχα, που είχα αναφέρει σε κάποιες κατ' ιδίαν συζητήσεις. Νέος στόχος, να προλάβουμε την Πρωτομαγιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και για να μην καταντήσω να ακούγομαι σαν τον ψεύτη βοσκό,έχω εμφανιστεί στον &lt;a href="http://www.patakis.gr/ViewShopArticlePages.aspx?ValueId=470"&gt;κατάλογο Μάρτη-Απρίλη των εκδόσεων Πατάκη για βιβλιοπώλες&lt;/a&gt; (σελ 47, δεξιά, χωρίς κωδικό ή τιμή, ακόμη, βέβαια) και, φυσικά, στον έντυπο γενικό κατάλογο εκδόσεων για Μάρτιο-Απρίλιο, για όποιον έχει πρόσβαση. Όπως παρατήρησε ένας φίλος, είμαι ο μόνος Έλληνας στην κατηγορία φαντασίας. Αγχώθηκα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-6132698222604118782?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/6132698222604118782/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=6132698222604118782&amp;isPopup=true' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/6132698222604118782'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/6132698222604118782'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/03/blog-post.html' title='Τελευταία Νέα'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-5219414952693707554</id><published>2010-02-18T11:45:00.002+02:00</published><updated>2010-02-18T11:47:16.969+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύλληψη'/><title type='text'>Φανταστικοί θεοί</title><content type='html'>«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το κόβει το ατσάλι», απάντησε ο Κόναν. «Έριξα το τσεκούρι μου στο δαίμονα και δεν πληγώθηκε, μα μπορεί να αστόχησα στο λυκόφως ή ένα κλαδί να το εξοστράκισε. Δεν πάω γυρεύοντας να βρω δαίμονες· αλλά δε βγαίνω κι από το δρόμο μου για να τους αφήσω να περάσουν»&lt;br /&gt;                                   - Robert E. Howard, Πέρα από το Μαύρο Ποταμό, 1935&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Υβοριανή Εποχή είναι γεμάτη μοχθηρές θρησκείες που απαιτούν φριχτές υπηρεσίες από τους πιστούς τους, όπως ανθρωποθυσίες. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν ένα σωρό ενσαρκωμένοι δαίμονες οι οποίοι δεν περιμένουν υπομονετικά να βρεθεί σάρκα στο βωμό τους: την αρπάζουν μόνοι τους και την καταβροχθίζουν – ή της κάνουν ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή τους (θυμηθείτε τον Tsotha-lanti*). Αλλά όντας υλικοί, καταλήγουν κι αυτοί να πέσουν από το σπαθί του Κόναν, όπως κάθε άλλος αντίπαλος. Δε μιλάω για τέρατα που αδαείς άγριοι λατρεύουν ως θεούς, μιλάω για όντα που παρουσιάζονται αντικειμενικά στις ιστορίες ως υπερφυσικής/εξωκοσμικής φύσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι θεοί της Υβοριανής Εποχής, από την άλλη, αν και η λατρεία τους είναι πολύ πιο διαδεδομένη από εκείνη των δαιμόνων και η ύπαρξή τους αποδεδειγμένη, έχουν μια μάλλον μπλαζέ προσέγγιση. Δεν απαιτούν εντυπωσιακά καλές πράξεις από τους πιστούς τους. Δεν επεμβαίνουν για να εμποδίσουν τα έργα των εξαιρετικά δραστήριων δαιμόνων**. Και σε καμία περίπτωση δεν εμφανίζονται οι ίδιοι. Ο Κόναν αντιμετωπίζει δαίμονες τουλάχιστον στο ένα τρίτο των ιστοριών στις οποίες πρωταγωνιστεί. Αγγέλους και άβαταρ δε συναντά πουθενά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει το φαινόμενο στις απόψεις του Howard, σύμφωνα με τις οποίες το Σύμπαν είναι εχθρικό προς τον άνθρωπο, ένα ατίθασο πράγμα που καταστρέφει τους αδύναμους και δαμάζεται από τους ισχυρούς. Εξωτερική βοήθεια δεν είναι ούτε διαθέσιμη, ούτε επιθυμητή από τον αληθινό ήρωα, ο οποίος εμπιστεύεται μόνο το ατσάλι στο χέρι του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια, μια πιο πρακτική θεώρηση λέει πως το όλο θέμα ήταν πρακτική λογοτεχνική επιλογή. Τι ενδιαφέρον θα παρουσίαζαν οι περιπέτειες ενός ανθρώπου τον οποίο από τις δυσκολίες θα έβγαζε πάντα ένας (από μηχανής) θεός; Αν οι υπερφυσικές δυνάμεις ξεκαθάριζαν μεταξύ τους τούς λογαριασμούς τους, ποιος ο λόγος να εμπλακούν θνητοί; Κι αν δεν εμπλέκονταν θνητοί, υπήρχε κανένας λόγος να αναφέρονται όλα αυτά στα κείμενα; Είναι πιο ουσιώδες κομμάτι της καθημερινότητας από το πώς ένα λιοντάρι κυνηγάει μια γαζέλα; Εν ολίγοις, δαίμονες υπήρχαν για να έχει ενδιαφέροντες αντιπάλους ο Κόναν και οι θεοί έμεναν αμέτοχοι για να έχει όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του και μόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, από την άλλη, απουσιάζει κάθε αναφορά σε ναό και ιερατείο, του Καλού ή του Κακού. Όχι βέβαια γιατί ο Καθηγητής ήταν εχθρός της οργανωμένης θρησκείας – κάθε άλλο. Και δεν είναι θέμα έλλειψης θεών στη Μέση Γη. Η εξαντλητική λεπτομέρεια με την οποία περιγράφει τη θεογονία του στο Σιλμαρίλλιον αποδεικνύει πως δε θεωρούσε σε καμία περίπτωση τον κόσμο που έπλαθε πλήρη, χωρίς αυτήν. Και η θεία παρέμβαση είναι ζωτικό μέρος του Άρχοντα. Ο πανταχού παρών χαρακτήρας, εκείνος που γνωρίζει τα πάντα για τα γεγονότα (έστω κι αν είναι εξοργιστικά φειδωλός με τις πληροφορίες), που ρυθμίζει τις εξελίξεις, που διαθέτει όλων των ειδών τις ευκολίες για να είναι δημοφιλής και να προωθεί την πλοκή (τον θαυμάζουν οι πάντες, κάνει μάγια, δέρνει, πετάει σοφίες, έχει πάντα δίκιο), τι είναι τελικά; Ένας από τους (αρχ)αγγέλους που κυκλοφορούν στον πλανήτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχει ειπωθεί από μελετητές του έργου του Tolkien πως, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, δεν ένιωθε άνετα να περιγράψει μια τεχνητή θρησκεία με τον ίδιο τρόπο που περιέγραφε τεχνητές γλώσσες, τεχνητή χλωρίδα και πανίδα, τεχνητούς πολιτισμούς. Άλλοι έχουν πει πως σύμφωνα με την Καθολική πίστη του Καθηγητή, η επιλογή στη ήταν θέμα του ανθρώπου, εξαρτώμενη από την ισχύ της θέλησής του, αλλά το κρινόμενο ζήτημα ήταν απλά αν το δημιούργημα θα δεχθεί το χέρι που του τείνει ο δημιουργός του, δίχως το οποίο δεν υπάρχει σωτηρία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ και πάλι θα δώσω μια πιο πρακτική ερμηνεία. Εφόσον υπάρχει μόνο ένας θεός στη Μέση Γη, θα υπήρχε μόνο μία θρησκεία. Και με τα τσιράκια του εν λόγω Υπέρτατου Όντος να σουλατσάρουν εδώ κι εκεί, δεν θα υπήρχαν Σχίσματα και αιρέσεις και διαφορετικά δόγματα, όλοι θα πίστευαν τα ίδια ακριβώς πράγματα (τα σωστά). Αυτό όμως θα στερούσε τον Καθηγητή από δυο συμβάσεις δίχως τις οποίες ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών θα ήταν τριάντα σελίδες το πολύ:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;α) Οι ναοί είναι εκ φύσεως αρχεία. Διατηρούν και διαδίδουν τη μνήμη του δόγματός τους, και μαζί της ένα σωρό άλλες πληροφορίες που σε κάποιον φάνηκαν σχετικές. Οπότε, θα μπορούσε η Συντροφιά να χτυπήσει την πόρτα της πιο κοντινής εκκλησίας και να μάθει σχεδόν τα πάντα (και μαζί της ο αναγνώστης), αντί να περιμένει πότε ο Γκάνταλφ θα δώσει λίγες ακόμη πληροφορίες με το σταγονόμετρο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;β) Το ιερατείο θα αποτελούσε ενοποιό δύναμη και θα δρομολογούσε τη συνεργασία των διαφόρων φυλών ενάντια στον Σάουρον, η οποία όπως έχουν τώρα τα πράγματα τρώει το μισό βιβλίο για να επιτευχθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο σύγχρονο φάνταζυ αντίθετα, πολλά έργα ακολουθούν τις τρέχουσες ιδέες και τοποθετούν τον κλήρο του φανταστικού τους κόσμου σε ρόλο συντηρητικού/οπισθοδρομικού παράγοντα του οποίου οι αντιρρήσεις πρέπει να καμφθούν (συνηθέστερα, η επιρροή του στο λαό/στους κυβερνώντες πρέπει να εκμηδενιστεί) για να δράσουν αποτελεσματικά οι δυνάμεις του Καλού. Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι το ίδιο θεμιτές όπως κι οι αντίθετες. Αλλά συνδυάζονται με έναν ευρύτατο σκεπτικισμό στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και/ή στο σύνολο των θετικά σκιαγραφούμενων χαρακτήρων του βιβλίου. Η πίστη παρουσιάζεται ως ελάττωμα λιγοστών θρησκόληπτων που κάνουν τη ζωή δύσκολη για όλους. Κι αυτό θεμιτό είναι, αλλά τα δυο στοιχεία μαζί χωλαίνουν σημαντικά από συγγραφικής άποψης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τη μια, η πλοκή αναγκάζεται να μπει στο καλούπι της ιδεολογίας του συγγραφέα και όχι το αντίστροφο. Κι η λογική των Howard-Tolkien έμπαζε, αλλά το αναγνωστικό κοινό δεν έδωσε σημασία γιατί η στρέβλωση έγινε υπέρ του κειμένου. Αν η στρέβλωση γίνεται υπέρ της στράτευσης, ποιο το όφελος; Αν είναι οι παπάδες να χρησιμοποιηθούν ψυχαναγκαστικά σαν παράπλευρο εμπόδιο που γεμίζει αδιάφορες σελίδες, γιατί να μην παραλειφθούν εντελώς, να μην πάρει τη θέση τους το κενό, να μην εξερευνηθεί η σχετικά αγνοημένη προοπτική ενός κόσμου που δεν έχει γνωρίσει καθόλου την ιδέα της θρησκείας; Γιατί να θεωρούνται ορισμένες δομές του γήινου παρελθόντος σταθερά κάθε κόσμου, ακόμη κι εκείνες (όπως η φεουδαρχία) που δεν ήταν καν παγκόσμιες; Που δεν ήταν καν σταθερές της καθημερινότητας των προγόνων του συγγραφέα, όταν αυτός είναι Έλληνας;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από την άλλη, αν η θρησκεία δεν είναι η συνεκτική δύναμη ενός φανταστικού λαού σε ψευδομεσαιωνικό κόσμο, τι παίρνει τι θέση της; Για μερικούς συγγραφείς, η λύση είναι η εθνική συνείδηση. Μα αυτή αποτελεί εφεύρεση του νεότερου κόσμου, σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της τυπογραφίας που δημιούργησε την ενημέρωση και την προπαγάνδα. Αν δεν υπάρχει διάδοση των νέων σε μεγάλη κλίμακα (και με κατευθυνόμενη χροιά), πώς θα νοιαστεί ο αγρότης της ενδοχώρας για τις πειρατικές επιδρομές στα παράλια; Είναι πρόβλημα άλλου, όχι δεινό των συμπατριωτών του. Πάντα με παραξένευε η συμπεριφορά φανταστικών χωρικών που με προθυμία πετούσαν τα τσαπιά για να τρέξουν να πολεμήσουν τους εισβολείς στην άλλη άκρη της χώρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πραγματική Ιστορία μιλάει για ανθρώπους που γκρίνιαζαν ακόμη και για έκτακτους φόρους λόγω πολέμου, όχι να γίνει ολόκληρη επιστράτευση που θα τους ξεβόλευε. Δεν αρκεί ένα καλό οδικό δίκτυο και η προφορική διάδοση των νέων για να νιώσουν γείτονες μεταξύ τους οι κάτοικοι δυο διαφορετικών πόλεων. Χρειάζεται ένας καλός μηχανισμός διοχέτευσης πληροφοριών. Κι αν δεν έχει εφευρεθεί ακόμη η τυπογραφία ή κάποιο μαγικό υποκατάστατό της, το μόνο που μένει είναι ένα οργανωμένο ιερατείο με κοινό, αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Αλλιώς ξεχνάμε την κοινωνική συνοχή σε μεγάλη κλίμακα και πάμε πίσω στις εποχές της πόλης-κράτους, εκεί που οι σχέσεις μέσα στην πόλη είναι στενές κι η αλληλεγγύη σε εθνικό επίπεδο χαλαρή (που είναι επίσης θεμιτό και σχετικά ανέγγιχτο στο φάνταζυ).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια άλλη εναλλακτική πηγή κοινωνικής συνοχής που ευτυχώς δεν έχει κυριαρχήσει ακόμη στο κακογραμμένο φάνταζυ, είναι η πολιτική ιδεολογία. Απαιτεί κι αυτή τυπογραφία, αλλά και γρήγορες μεθόδους επικοινωνίας (αλλιώς πώς θα συντονίζεται η δράση των ομοϊδεατών σε πολλά σημεία της χώρας;) Απαιτείται ακόμη μια στοιχειώδης ελευθερία του λόγου (το πολύ να σε κυνηγάνε γι’ αυτά που λες κι όχι επειδή μιλάς χωρίς να διαθέτεις αξίωμα). Αλλά κι όλα αυτά να τα υποθέσουμε, η πολιτική είναι περισσότερο διασπαστική παρά συνεκτική. Δεν έχει νόημα δίχως κάποιον αντίπαλο εντός της ίδιας κοινωνίας (αν μιλάμε για κράτη με ένα μόνο κόμμα-ιδεολογία, δεν έχει κοινωνιολογική διαφορά από κράτη με μια μόνο θρησκεία). Υπονοείται από την ύπαρξη πολιτικής, τέλος, ένα καλό βιοτικό επίπεδο που επιτρέπει στον πολίτη να νιώσει ασφαλής, ικανός να κάνει μια επιλογή για τον εαυτό του. Δηλαδή, ικανός να σταθεί χωρίς τους άλλους να τον στηρίζουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλοτριωμένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αν η πολιτική απουσιάζει από το φάνταζυ, παρ’ όλ’ αυτά τα επακόλουθά της επικρατούν σε πολλά βιβλία. Ο λαός συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, όπως βολεύει το συγγραφέα και την πλοκή, όχι όπως θα ήταν λογικό. Γενικά ατομιστής και με άποψη για τα πάντα. Γνήσιο τέκνο του εικοστού πρώτου αιώνα κι όχι του κόσμου στον οποίο κατοικεί. Κι από την άλλη, έτοιμος να βγει στο δρόμο μαζί με τον όχλο, χωρίς προοικονομία και σοβαρό λόγο, μόνο με θυμόσοφες αναλύσεις του «έτσι είναι ο τάδε λαός, έρμαιο του τάδε πράγματος». Αλλά τι τον ενώνει με τους υπόλοιπους ροπαλοφόρους, τι τον φέρνει στο πλευρό τους; Η θρησκεία στην οποία δεν πιστεύει; Η πολιτική που δεν έχει εφευρεθεί ακόμη στον κόσμο του; Η εθνική του συνείδηση που έχει διαμορφωθεί και συντηρείται ανεξήγητα; Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας στην οποία ζει; Η δύναμη που την κρατά ενωμένη;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, ένας πρόγονός σας θα αυτοπροσδιοριζόταν (ανάλογα με την εποχή που γεννήθηκε) ως π.χ. Αθηναίος ή Χριστιανός/Ρωμιός ή Έλληνας ή Δημοκράτης. Μόνο ο τελευταίος κι εσείς σήμερα έχετε την πολυτέλεια να δηλώσετε «ιδιώτες». Γιατί οι υπηρεσίες του στρατού, της πυροσβεστικής, των τραπεζών, σας επιτρέπουν να επιβιώσετε χωρίς να ενταχθείτε κάπου. Οι χαρακτήρες ενός φανταστικού προβιομηχανικού κόσμου δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νομίζω εξήγησα πως οι δυο πατέρες του φάνταζυ προσπάθησαν να γράψουν κάτι που να είναι καλό &lt;span style="font-style:italic;"&gt;γενικώς&lt;/span&gt;. Κι έδωσα παραδείγματα για το πώς μπορεί να βρεθεί μια ενδιαφέρουσα πλοκή φάνταζυ με τη θρησκεία ή με την έλλειψή της (χωρίς ν’ αγγίξω καν το γόνιμο ζήτημα των πραγματικά υπαρκτών θεών και των πιθανών παρεμβάσεών τους). Μπορεί, βέβαια, κάποιος να με αγνοήσει, να κουτσουρέψει τη θρησκεία χωρίς να αντικαταστήσει την κοινωνική της υπόσταση με κάτι άλλο και να επιμείνει να γράφει για ξεροκέφαλα ιερατεία, που η στενομυαλιά τους δεν προσθέτει πιο πολλή ουσία στην πλοκή απ’ ότι θα είχε μια απεργία των ταξιτζήδων. Αλλά ας έχει υπόψη πως γράφει για το Σήμερα, κάτι που ίσως Αύριο να είναι το ίδιο ξεπερασμένο όπως έχει καταντήσει τώρα η μεσαιωνική προσέγγιση για τη θρησκεία. Πως γράφει δηλαδή, ένα αλληγορικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο, έστω κι αν το ντύνει με δράκους. Ένα κείμενο που του αξίζει να ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, γιατί δεν προσπαθεί να καταπιαστεί με αλήθειες ανεξάρτητες από τον τόπο και το χρόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*: "Λένε πως μια χορέυτρια από τη Σάντιζαρ κοιμήθηκε υπερβολικά κοντά στα προανθρώπινα ερείπια στο Λόφο του Ντάγκοθ και ξύπνησε στην αγκαλιά ενός μαύρου δαίμονα· πως απ’ αυτή την ανόσια ένωση γεννήθηκε το καταραμένο υβρίδιο που οι άνθρωποι αποκαλούν Τσόθα-λάντι-"&lt;br /&gt;                           - Robert E. Howard, Η Άλικη Ακρόπολη, 1933&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;**: Εξαίρεση αποτελεί εν μέρει το ατυχές διήγημα «Ο φοίνικας στο σπαθί», που είναι μια πρόχειρη διόρθωση/συμπλήρωση του εξαιρετικού «Με τούτο το τσεκούρι κυβερνώ» στο οποίο πρωταγωνιστούσε άλλος ήρωας του Howard (ο Κουλ), οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο για τις ιστορίες του Κόναν.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-5219414952693707554?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/5219414952693707554/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=5219414952693707554&amp;isPopup=true' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5219414952693707554'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5219414952693707554'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/02/blog-post.html' title='Φανταστικοί θεοί'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-3007428481774643522</id><published>2010-02-02T13:34:00.002+02:00</published><updated>2010-02-02T13:43:07.280+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 7</title><content type='html'>Σήμερα βλέπουμε τον τελευταίο από τους «ήρωες της δεύτερης γραμμής», ένα από τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς. Καθώς πλησιάζει σιγά-σιγά η ημερομηνία της έκδοσης, οι Στιγμές θα επικεντρώσουν στο αντίπαλο δέος, τους «κακούς». (Αν έχουμε καινούριους αναγνώστες που δεν γνωρίζουν τι είναι οι στιγμές, ας ρίξουν μια ματιά &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Πολυκράτης&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στηρίχτηκε στον παραστάτη πριν χτυπήσει το ρόπτρο. Ένιωθε αδύναμος. Η αυστηρή νηστεία που είχε επιβάλει στον εαυτό του για πάνω από δέκα ημέρες αποδείχτηκε κακή ιδέα. Δεν έμοιαζε λιγότερο υπέρβαρος το πρωί στον καθρέπτη, έμοιαζε ταλαιπωρημένος, σαν να ανάρρωνε από μακρά ασθένεια. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα του και τα αχυρένια μαλλιά του δε βοηθούσαν. Έπρεπε να το είχε απλά αποδεχτεί· είχε κληρονομήσει την ευφυΐα και τη μεθοδικότητα που χαρακτήριζε τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του. Και μαζί της είχε κληρονομήσει αποστροφή για τη σωματική άσκηση, συνδυασμένη με λαιμαργία. Έτσι όπως τα είχε καταφέρει, η σκέψη του φαγητού είχε γιγαντωθεί μέσα του, σχεδόν καλύπτοντας ακόμη και την εικόνα εκείνης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η εξώθυρα άνοιξε απότομα και τον έπιασε απροετοίμαστο, κάνοντας έναν χείμαρρο παγωμένου ιδρώτα να τρέξει στον αυχένα και την πλάτη του. Μόρφασε νευρικά, άνοιξε το στόμα του και δε βγήκε φωνή. Θύμωσε. Είχε καταστρώσει τέλειο σχέδιο, είχε πάει με συνταγή στα χέρια. Γιατί να γεννηθεί τόσο αγχωτικός; Καθάρισε το λαιμό του, κορδώθηκε για να τονίσει το αξιόλογο ύψος του και δρασκέλισε το κατώφλι με ύφος κατακτητή. Ο αποσβολωμένος υπηρέτης μόλις που πρόλαβε να παραμερίσει. Την επόμενη στιγμή ο Πολυκράτης δήλωσε το όνομά του και την καταγωγή του και παρέδωσε το δώρο που είχε φέρει για την οικοδέσποινα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν πολύ προσεκτικά διαλεγμένο. Είχε δωροδοκήσει ένα σωρό εμπόρους για να μάθει τι της άρεσε. Ως και το μεταξωτό του περιτύλιγμα δεν ήταν ένα τυχαίο κομμάτι πανάκριβου πανιού. Είχε την ίδια ακριβώς απόχρωση με τα πράσινα μάτια της. Αυτό ήταν από τα πιο δύσκολα κομμάτια του σχεδίου. Χρειάστηκε οι υπηρέτριες των γονιών του να ανακρίνουν διακριτικά τις υπηρέτριες του δικού της σπιτικού και τελικά ο ίδιος να καταλήξει στο ποια μαρτυρία ήταν η πιο αξιόπιστη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεφύσησε ενοχλημένος στην ανάμνηση του κόπου του και άφησε να τον οδηγήσουν στον εσωτερικό κήπο, εκεί που βρίσκονταν ήδη οι υπόλοιποι υποψήφιοι μνηστήρες. Το περίμενε πως θα είχε να κάνει με τους πιο εμφανίσιμους, τους πιο πλούσιους και τους πιο έξυπνους νέους της Νεάπολης. Μόνο οι άριστοι από τους ανύπαντρους βρίσκονταν εκεί – γι’ αυτό ακριβώς τον κοίταξαν με μισό μάτι. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Αν δε φοβόταν τόσο τις επιπλήξεις των γονιών του που τον είχαν αναγκάσει να συμμετάσχει κι εκείνος στη διαδικασία, θα έβαζε την ουρά στα σκέλια και θα αποχωρούσε. Να είναι πολύ λίγος για τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί, το άντεχε. Να τον σφυροκοπούν κάθε μέρα πως δεν είναι λίγος, δεν το άντεχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε να χαιρετά όσους γνώριζε καλά ή έστω εξ όψεως. Άλλοι χαμογέλασαν, άλλοι δεν έκρυψαν τη δυσφορία για την επαφή με τις ιδρωμένες του παλάμες. Δεν τον απασχόλησε. Χρησιμοποιούσε διακριτικά τον όγκο του για να φτάσει στο σημείο που έπρεπε. Ο αρχιτέκτονας που είχε χτίσει την έπαυλη ορκιζόταν ότι το πιο βολικό σημείο για να παρακολουθήσει εκείνη τον κήπο κρυμμένη στα διαμερίσματά της, ήταν ακριβώς πάνω από το σιντριβάνι. Ότι λεγόταν εκεί, θα έφτανε στα αυτιά της πεντακάθαρα, ενώ τον ομιλητή θα τον μισόκρυβε – κολακευτικά, στην περίπτωση του Πολυκράτη – το περβάζι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν στάθηκε ακριβώς εκεί που ήθελε, έφερε για μια τελευταία φορά στ’ αυτιά του τις φράσεις που είχε ετοιμάσει για να την εντυπωσιάσει. Είχε βασιστεί στα όσα η ίδια συζητούσε στον γυναικωνίτη της μητρόπολης με τις φίλες της για τον ιδανικό σύζυγο. Αυτά είχαν κοστίσει πιο πολύ για να μαθευτούν κρυφά, αλλά ήταν και τα πιο εύκολα προσβάσιμα – μυστικά μεταξύ γυναικών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν πρόλαβε να βρει ή να δημιουργήσει αφορμή για να πει κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια που μοίραζε γλυκίσματα από ένα καλάθι και ζητούσε συγνώμη για την αναμονή. Το στομάχι του Πολυκράτη διαμαρτυρήθηκε έντονα. Αυτός κοκκίνισε ντροπιασμένος, αν και κανείς δεν του έδωσε σημασία. Δεν άπλωσε το χέρι του να τιμήσει το κέρασμα. Όταν η υπηρέτρια επέστρεψε στο μαγειρείο και οι άλλοι μνηστήρες ξανάρχισαν τις συζητήσεις, την πρώτη φορά που το γαλανό βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο κάποιου άλλου, ντράπηκε που ήταν αναψοκοκκινισμένος και κοκκίνισε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να πνίγεται, να τον στενεύει ο χιτώνας του στο λαιμό. Τα φρύδια του έσταζαν ιδρώτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όλοι συμφωνούμε πως είναι η ομορφότερη κόρη στη Βασιλεία Αιγλωέων», είπε ένας εντυπωσιακός μελαχροινός χιλίαρχος που είχε έλθει με την επίσημη στολή του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η ομορφότερη των τελευταίων εκατό χρόνων λέει ο παππούς μου», υπερθεμάτισε ένας από τους Καλόθετους, φορτωμένος στο χρυσάφι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, μη με διακόπτεις», τον αποπήρε ο στρατιωτικός. «Αλλά πού ακούστηκε μια γυναίκα να καλεί μνηστήρες για να επιλέξει το σύζυγό της; Ο αυτοκράτορας, ναι, πολλές φορές έχει γίνει. Σπουδαίοι άρχοντες; Ναι. Αλλά μια γυναίκα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μα η Όμορφη Σελάη!» αναφώνησε αυθόρμητα ο Πολυκράτης. «Που οι Παλιοί Αιγλωείς κίνησαν όλα τα πλοία τους για χάρη της κι έκαψαν το πλούσιο Άρκειο! Δε μάθατε κι εσείς ανάγνωση από την Αρκειάδα; Δε θυμάστε στην πρώτη ραψωδία το δείπνο των βασιλέων που είχαν όλοι αποδεχθεί την πρόσκλησή της για να επιλέξει σύντροφο ανάμεσά τους;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι στον κήπο είχαν σταματήσει να μιλούν κι είχαν στραφεί προς το μέρος του. Άλλοι ενοχλημένοι, άλλοι δύσπιστοι, άλλοι πρόθυμοι να ακούσουν περισσότερα, ελάχιστοι πεπεισμένοι πως άκουσαν κάτι σημαντικό και ουσιώδες. Ο Πολυκράτης σφίχτηκε. Δεν πίστευε πως μπορούσε να γίνει ακόμη πιο κόκκινος απ’ ότι ήδη ήταν, αλλά τα κατάφερε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τώρα τι; Πίστευε πως η πρόθεσή της δεν ήταν να θέσει τον εαυτό της στο ίδιο επίπεδο με την ομορφότερη γυναίκα όλων των εποχών. Δεν ήταν εγωισμός το κίνητρό της, αλλά μια απόπειρα να αναβιώσει κάτι που θεωρούσε όμορφο, να προτρέψει τους άλλους να φερθούν ξεχωριστά για μια μέρα, όχι ειδικά σ’ εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να το πει αυτό; Ή να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να στρέψει τη συζήτηση εκεί που ήθελε, να προβάλει τον εαυτό του; Σίγουρα είχε κεντρίσει την περιέργειά τη ήδη, ώστε να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν. Κι οι άλλοι δε θα έμεναν άφωνοι για πολύ ακόμη, ό,τι και να τους έλεγε. Ακόμα χειρότερα, αν δεν έλεγε κάτι αμέσως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του για να αποφασίσει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-3007428481774643522?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/3007428481774643522/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=3007428481774643522&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3007428481774643522'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3007428481774643522'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/02/7.html' title='Στιγμή 7'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-649902430433871388</id><published>2010-01-26T08:21:00.002+02:00</published><updated>2010-01-26T09:36:00.587+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Νεότερα</title><content type='html'>Χτες είδα την πρώτη σελιδοποίηση του βιβλίου. Το κοντέρ έγραψε κάπου ανάμεσα στο τετρακόσια ενενήντα και στο πεντακόσια. Βάλτε και τους χάρτες που θα μπουν, καμιά διόρθωση, τον βλέπω στρογγυλό τον αριθμό τελικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις τελειώσει το τρέχον χέρι επιμέλειας και ξαναγίνει σελιδοποίηση, θα πάρω το διορθωμένο κείμενο για να το ελέγξω. Ακολουθεί ένα τελευταίο χέρι από την επιμελήτρια και ταυτόχρονα η δημιουργία εξωφύλλου-οπισθόφυλλου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι χάρτες, που τους ανέφερα πιο πάνω, περιμένουν τελική έγκριση από τον υπεύθυνο έκδοσης. Θα τους δείτε όταν θα έχουν την τελική τους μορφή με την οποία θα εμφανιστούν στο βιβλίο, όταν θα είναι βέβαιο πως δεν χρειάζονται άλλες διορθώσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τα άλλα, ο Ιανουάριος προφανώς δεν ισχύει πια σαν χρόνος έκδοσης. Άνευ απροόπτου, πάμε για Μάρτη πια.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-649902430433871388?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/649902430433871388/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=649902430433871388&amp;isPopup=true' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/649902430433871388'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/649902430433871388'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/01/blog-post_26.html' title='Νεότερα'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-1440126316890721798</id><published>2010-01-05T11:58:00.002+02:00</published><updated>2010-01-05T12:06:14.999+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύλληψη'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ελληνικότητα'/><title type='text'>Πηγές έμπνευσης</title><content type='html'>Λέει εύστοχα ο nihilio* &lt;a href=" http://nihilio.blogspot.com/2009/12/blog-post_03.html"&gt;στην τελευταία του ανάρτηση για το 2009&lt;/a&gt;:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Σε πρώτο επίπεδο μας λένε, αντί να εμπνεόμαστε από ψευδομεσαιωνικούς κόσμους και να τους αντιγράφουμε, να πάρουμε ως πηγή έμπνευσης το Βυζάντιο και την αρχαία Ελλάδα. […] το να παίρνεις το κλισαρισμένο Τολκιενικό πρότυπο και να του δίνεις ένα άλλο χρώμα δεν κάνει το αποτέλεσμα λιγότερο κλισαρισμένο, αντίθετα το κάνει ακόμα πιο γραφικό. Το να γράψει κανένας τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών με σάτυρους και δρυάδες αντί για ξωτικά και νάνους και ακρίτες αντί για ρέηντζερ είναι μάλλον αστείο (πόσο μάλλον αν αντί για ορκ έχει Τούρκους).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυστυχώς, εδώ καταδεικνύεται μια μεγάλη αλήθεια για το ελληνικό φανταστικό: οι περισσότεροι συγγραφείς επιδιώκουν την «ελληνικότητα» ως ζητούμενο. Παίρνουν ένα δεδομένο πλαίσιο (το φάνταζυ), αφαιρούν αυτό που δεν τους κάνει (τη «δυτική» ατμόσφαιρα) και την αντικαθιστούν με κάτι που τους αρέσει καλύτερα (ελληνικά στοιχεία). Αλλά για να ταιριάξουν πλαίσιο και περιεχόμενο, πρέπει να δουλευτούν και τα δύο, αλλιώς γίνονται σαλάτα με ετερόκλητες γεύσεις. Σαν να προσπαθείς να βάλεις έναν τετράγωνο πίνακα σε ορθογώνια κορνίζα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χρησιμοποίησα τη λέξη ‘πλαίσιο’ εσκεμμένα. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, δεν γράφουμε ανεπηρέαστοι. Ακόμη κι αν δεν έχουμε διαβάσει οι ίδιοι Τόλκιεν ή Χάουαρντ ή οποιονδήποτε άλλο επηρέασε σημαντικά τη λογοτεχνία φαντασίας με τα βιβλία του, έχουμε διαβάσει έργα τρίτων που γράφτηκαν υπό αυτήν την επιρροή. Για να είμαστε ακριβείς, ήμασταν εκτεθειμένοι από παιδιά σε εικόνες, ταινίες, κόμικ, κινούμενα σχέδια, βιβλία, κάθε είδους αφηγηματική ή εικαστική δημιουργία που θα ήταν αλλιώτικη αν δεν είχαν υπάρξει στο παρελθόν οι προαναφερθέντες γίγαντες του είδους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είτε πούμε πως είναι αρχέτυπα που υπάρχουν ούτως ή άλλως στο συλλογικό ασυνείδητο, είτε πούμε πως είναι πρότυπα που τα σχημάτισαν οι πατέρες του φάνταζυ κι ύστερα διαδόθηκαν μέσω της &lt;a href="http://nihilio.blogspot.com/2009/12/blog-post_03.htmlhttp://en.wikipedia.org/wiki/Pop_culture"&gt;pop culture&lt;/a&gt;, ορισμένα πράγματα είναι εδώ κι είμαστε αναγκασμένοι να τα λάβουμε υπόψη. Η ομάδα από ασύμβατους χαρακτήρες που παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις της θα σώσει τον κόσμο, ο σιωπηρός ξένος που τελικά είναι πρίγκιπας κάποιας ξένης χώρας, ακόμη και σ’ ένα παιδί είναι γνώριμα, δίχως να προέρχονται από τα παραμύθια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Το φάνταζυ είναι φαντασία και, αυτό που χρειαζόμαστε είναι καλή κοσμοπλασία και καλές ιστορίες, όχι επιπλέον περιορισμούς στη φαντασία του συγγραφέα.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;λέει ακόμη ο nihilio και αγγίζει μια ακόμη μεγάλη αλήθεια: &lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Είμαστε περιορισμένοι.&lt;/span&gt; Μπορεί η φαντασία να μας ανοίγει θεωρητικά άπειρους ορίζοντες, αλλά το φάνταζυ είναι αυτό που οι αγγλόφωνοι αποκαλούν genre – ένα είδος με δικούς του κανόνες, σαν το γουέστερν ή το αστυνομικό, ένα είδος με &lt;span style="font-style:italic;"&gt;κλισέ&lt;/span&gt;. Μπορούμε να τα σεβαστούμε, να τα ανατρέψουμε, να τα παραλλάξουμε, να παίξουμε μ’ αυτά, να τα χτίσουμε από την αρχή. Αλλά για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να τους γνωρίζουμε τους κανόνες πρώτ’ απ’ όλα, ποιοι είναι, γιατί είναι έτσι κι από πού προέρχονται. Αυτή η προσέγγιση επέτρεψε να εμφανιστούν νέοι δημοφιλείς συγγραφείς όταν τα κλισέ είχαν πια παγιωθεί. Η δύναμη του Μούρκοκ, ας πούμε, είναι το ότι έγραφε κάνοντας σαφές πως είχε υπόψη του τον Τόλκιεν και τον Χάουαρντ και τους διαστρέβλωνε εσκεμμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όποιος δε με πιστεύει ότι είναι απαραίτητη μια τέτοια γνώση για να σταθεί κανείς συγγραφικά χωρίς να γίνει ρεζίλι, ας δοκιμάσει να σκεφτεί μια πρωτότυπη πλοκή για αστυνομικό μυθιστόρημα. Μετά ας ρωτήσει κάποιον φίλο του που να ασχολείται με το είδος, για να μάθει σε ποιο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι – γραμμένο δεκαετίες πριν – υλοποιήθηκε η «πρωτότυπη» ιδέα του. Τα πρώτα πράγματα που θα σκεφτούμε, είχαν χρόνο να τα σκεφτούν άλλοι πριν από εμάς. Μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, ένα βήμα σε απάτητες περιοχές, μόνο αν λάβουμε υπόψη μας όσο περισσότερα γίνεται απ’ αυτά που έχουν προηγηθεί. Για κάθε ιδέα που καλύπτεται σε βιβλίο, γεννιέται μία δεύτερη, ανεκμετάλλευτη ακόμη, η οποία δεν θα μπορούσε χωρίς την πρώτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυστυχώς, έχουν παρουσιαστεί τελευταία διάφοροι φωστήρες στο ελληνικό φανταστικό, οι οποίοι διατείνονται με υπερηφάνεια πως δεν διαβάζουν φαντασία (και δυο-τρεις που λένε πως δε διαβάζουν γενικώς, πράγμα που εξηγεί γιατί δεν ξέρουν να γράφουν και γιατί δε θα μάθουν ποτέ, εκτός αν το Άγιο Πνεύμα αρχίσει να μοιράζει επιφοιτήσεις Δημιουργικής Γραφής). Αυτοί συνήθως κρύβονται πίσω από κάποια δικαιολογία του τύπου «εκμεταλλεύομαι τα κλισέ του είδους», οπότε πρέπει να πρόκειται για εξαιρετικές ιδιοφυίες, μιας και τα κλισέ τα έμαθαν από πέντε ταινίες που έχουν δει ενώ άλλοι κάνουν διδακτορικά στο θέμα και δεν τολμούν να πουν πως το έχουν καλύψει πλήρως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εδώ ίσως βρεθεί κανείς να θέσει ενστάσεις. Δηλαδή, τι πρέπει να γίνει; Να διαβάσουμε τα δεκάδες χιλιάδες βιβλία φάνταζυ που γράφτηκαν τα τελευταία εβδομήντα χρόνια; Σίγουρα δεν μπορούμε. Αλλά η λύση σε καμία περίπτωση δεν είναι να μην διαβάσουμε κανένα. Πώς θα επιλέξει ο καθένας να διευρύνει τις γνώσεις του, είναι επιλογή του. Εγώ υποστηρίζω πως όσο περισσότερο τις διευρύνει, τόσο καλύτερο φάνταζυ θα γράφει. Κι αν πείτε πως όλα τα παρουσιάζω πιο εύκολα για τους παλιότερους συγγραφείς, σκεφτείτε: πώς προέκυψε το δικό τους περιεχόμενο, με παρθενογένεση;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πάλι καταφεύγω στο nihilio, αλλά αυτή τη φορά για να διαφωνήσω ελαφρώς μαζί του:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Γιατί, κακά τα ψέματα, οι θρύλοι και οι παραδόσεις αφορούν ελάχιστα τον μέσο κάτοικο του αστικού περιβάλλοντος κάτω από 30. […] Οπότε το να γράψει κάποιος φανταστικό με ξωθιές και τελώνια αφορά μικρή μερίδα του κοινού, που δείχνει να έχει περισσότερο λαογραφικό ενδιαφέρον και που μάλλον είναι αρνητικό σε δραματικές τροποποιήσεις των θρύλων και παραδόσεων.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λογικό ακούγεται. Αλλά υπήρχαν περισσότεροι στην Μεγάλη Βρετανία που να τους αφορούσαν elf και dwarf, περισσότεροι που να τα γνώριζαν (δεν είναι καν αγγλικοί μύθοι) και να ήταν δεκτικότεροι στην τροποποίησή τους; Δε νομίζω. Και μήπως ο Τόλκιεν έγραψε από επιλογή για τέτοια θέματα; Για να έχει πέραση στο πιθανό κοινό του; Όχι. Ήταν αυτό που γνώριζε, αυτό που είχε μελετήσει και αγαπούσε, γι’ αυτό μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο, να πάρει ό,τι ήθελε, να αλλάξει ό,τι δεν ήθελε και να πλάσει μια ιστορία. Αν έγραφε για τις Σταυροφορίες που ήταν πολύ πιο της μόδας την εποχή του στην Αγγλία, σήμερα δεν θα τον θυμόταν κανείς. Γιατί δεν το κάτεχε το θέμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χάουαρντ, γιατί έχει τόσες ιστορίες που μοιάζουν με γουέστερν, με pulp εξωτικές περιπέτειες, με ιστορικά, με τρόμου; Ας πούμε, δεν είναι σαφείς οι ομοιότητες στη σύλληψη του Red Nails με το νουάρ Red Harvest του Χάμετ, γραμμένο επτά χρόνια πριν; Έχασε ο Χάουαρντ από την επιλογή του αυτή; Δεν μπορεί να πει κανείς ότι αντέγραψε, απλά ανέπτυξε. Αυτά ήταν τα αναγνώσματά του, από τα περιοδικά που διάβαζε (και στα οποία επίσης έγραφε). Αν μια ιδέα και μια τεχνική λειτουργούσαν τοποθετημένες στον πραγματικό μας κόσμο, γιατί να μην λειτουργούσαν και σε κάποιου είδους φανταστικό υπόβαθρο; Έβλεπε πώς έστηναν, ας πούμε, οι άλλοι ένταση σε μια μονομαχία με πιστόλια, και έτσι έστησε ο ίδιος τις μονομαχίες με σπαθιά. Έτσι σκέφτηκε. Έτσι λειτούργησε. Και πέρασε κι αυτός στην Ιστορία με χρυσά γράμματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και οι δυο περιπτώσεις είναι ίδιες. Τόλκιεν και Χάουαρντ διάβαζαν πολύ, είχαν ενδιαφέροντα, τα μελετούσαν σε βάθος και τα έκαναν φάνταζυ. Αν του ενός το πάθος ήταν τα σκανδιναβικά και γερμανικά έπη των ύστερων μεσαιωνικών χρόνων, ενώ του άλλου ήταν η «παραλογοτεχνία» της εποχής του, και τα δυο υπήρξαν εξεζητημένα και εξειδικευμένα. Θεωρητικά, σαν θέματα, ήταν αδύνατον να παράγουν κάτι δημοφιλές. Η τεράστια επιτυχία των δυο συγγραφέων δεν προέρχεται από τη θεματολογία τους αυτή καθεαυτή, αλλά από τη βαθιά γνώση της που διέθεταν, η οποία τους επέτρεψε να την κόψουν και να τη ράψουν στα μέτρα του ταλέντου τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι επίσης καταπιάστηκαν με πράγματα που γνώριζαν από τη ζωή τους. Ο θείος Μπομπ δεν έμαθε για τα άλογα διαβάζοντας γουέστερν. Ζούσε στο Τέξας και ίππευε συχνά. Ο Τόλκιεν δεν έμαθε τα δάση από εγχειρίδια Βοτανολογίας. Μεγάλωσε στην επαρχία, την εποχή που αυτό σήμαινε ύπαιθρο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έγραψα πιο πάνω ότι η «ελληνικότητα» ως ζητούμενο είναι κάτι αρνητικό. Και επιμένω. Λέω «γράφτε κάτι ελληνικό» υποθέτοντας ότι η Ελλάδα είναι αυτό που γνωρίζουμε, αυτό το οποίο μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να γράψουμε καλά. Όχι για να διαφημίσουμε την Ελλάδα ή να πουλήσουμε βιβλία χάρη σ’ αυτήν. Απλά γιατί ίσως από εκεί μπορέσουμε να αντλήσουμε συγγραφική δύναμη για το έργο μας. Στην τελική, ποτέ δε θα έχουμε καλό ελληνικό φάνταζυ αν προσπαθούμε να γράψουμε κι εμείς για Βίκινγκ ή Κέλτες. Οι απόγονοί τους πάντα θα το κάνουν καλύτερα από μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αν κάποιος δεν ξέρει αρκετά για την ελληνική Ιστορία-Μυθολογία για να την περάσει στο έργο του (ΔΕΝ είναι θανάσιμη αμαρτία), υπάρχουν άλλα πράγματα που θα γνωρίζει ή θα έχει ζήσει για να αξιοποιήσει. Αν του αρέσει η μαγειρική, ας γράψει για αλχημιστές, με μείγματα, μυστικές συνταγές και σπάνια υλικά. Αν του αρέσει η μπάλα, ας γράψει για οπαδισμό, στημένα παιχνίδια και πάθος των κερκίδων σε μια φανταστική αρένα. Αν κάνει ιστιοπλοΐα, ας γράψει μια ναυτική φανταστική περιπέτεια. Οτιδήποτε είναι κτήμα μας μπορεί να γίνει μια καλή αφορμή για φάνταζυ. Αυτό που μας λέει πώς να γράψουμε, αλλά δεν μπορεί να μας πει τι να γράψουμε, είναι το ίδιο το φάνταζυ. Είπα ότι πρέπει να έχουμε καλή γνώση του πεδίου, αλλά αν περιοριστούμε εκεί, όπως κάνουν πολλοί συγγραφείς, Έλληνες και μη, θα γράφουμε ανοησίες στερούμενες πειστικότητας, με κοινωνίες που δε θα ήταν βιώσιμες, με αναχρονισμούς, με ανακρίβειες. Η λογοτεχνία του φανταστικού ΔΕΝ είναι εγκυκλοπαίδεια. Δε θα μάθετε από εκεί τον κόσμο. Τα τόξα δεν λειτουργούν σαν τα πιστόλια. Τα άλογα είναι ζωντανά πλάσματα, δεν είναι ποδήλατα χωρίς αντιδράσεις. Μην αντιγράφετε ότι είδατε αλλού, ή ότι σας φαίνεται λογικό. Ή καθίστε να μάθετε ή μη μπαίνετε σε λεπτομέρειες που μπορεί να σας εκθέσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διαβάστε, λοιπόν, φάνταζυ. Και όχι μόνο φάνταζυ. Ζήστε. Κι ύστερα γράψτε γι’ αυτό που κατέχετε καλά. Αν είναι η Ελλάδα, καλώς. Αν είναι κάτι άλλο, και πάλι καλώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*: Προτείνω να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο, μιας και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, προτείνω να παρακολουθείτε το ιστολόγιο του nihilio όπως κάνω κι εγώ&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-1440126316890721798?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/1440126316890721798/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=1440126316890721798&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1440126316890721798'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1440126316890721798'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2010/01/blog-post.html' title='Πηγές έμπνευσης'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-5617237227681514308</id><published>2009-11-26T11:32:00.003+02:00</published><updated>2009-11-26T11:41:07.540+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύλληψη'/><title type='text'>Η καθαρότητα της Φυλής</title><content type='html'>Λέει η «Φυλλάδα του Μέγ’ Αλέξανδρου» (τουλάχιστον στις εκδόσεις του 18ου μ.Χ. αιώνα, αν όχι ήδη στις πρώτες του 4ου):&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;&lt;br /&gt;Ηύραν ανθρώπους μονοπόδαρους, με ουρά ωσάν πρόβατα, και πιάνοντας πολλούς και απ' αυτούς, ήφεράν τους εις τον Αλέξανδρον· όστις τους ερώτησε λέγων· πώς είστε αυτού; […] Το κρέας μας είναι νοστιμώτερον από όλα τα πετούμενα και τετράποδα, το κουφάρι μας γέμει πολύτιμα λιθαρόπουλα, με χοντρόν μαργαριτάρι, και το πετζί μας σίδερον δεν το απερνά. Ως τους ήκουσεν ο Αλέξανδρος, εγέλασε λέγων· ο άνθρωπος από την γλώσσαν του χάνει το κεφάλι του.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας έχουν τόσο παράξενη φυσιολογία, ας είναι βρώσιμα, τα πλάσματα που περιγράφονται δεν τα χαρακτηρίζει με κάποιο τρόπο «μη ανθρώπους» ο συγγραφέας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον Πάρσιφαλ (γραμμένο γύρω στο 1200), ο πρωταγωνιστής έχει έναν ετεροθαλή αδελφό ονόματι Feirefiz, από Μαυριτανή μητέρα, ο οποίος είναι παρδαλός, με άσπρα και σκούρα μπαλώματα, όπως θα ήταν ένα ζώο με γονείς διαφορετικών χρωμάτων. Προφανώς, ο ραψωδός δεν είχε ποτέ συναντήσει μιγάδα. Αλλά το όλο θέμα δεν έχει κάποιο κρυφό νόημα, είναι καθαρά για λόγους ποικιλίας και εξωτισμού. Ο Feirefiz περιγράφεται ως ιδιαίτερα εμφανίσιμος και είναι ο μόνος πολεμιστής ισάξιος του πρωταγωνιστή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η φυλή – όπως λέμε «Λευκή φυλή» ή «Μαύρη φυλή», όχι όπως λέμε «η φυλή των Απάτσι» ή «η φυλή των Ζουλού» – δεν υπάρχει στις καταβολές του φάνταζυ σαν έννοια. Εμφανίζεται τη δεκαετία του 1930, και στον Howard και στον Tolkien. Κι εδώ, οι δυο μεγάλοι δεν βρίσκονται στους αντίποδες του φάσματος ως συνήθως. Οι απόψεις τους μάλλον ταυτίζονται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πρώτος μένει σε Λευκούς, Μαύρους, «Καστανούς» και Κίτρινους, ενώ ο δεύτερος μιλάει για ξωτικά, νάνους και χόμπιτ, αλλά η λέξη είναι ίδια: race. Δε μιλάμε για έθνη ή είδη, αλλά για φυλές. Και ισχύουν οι ίδιες πάνω-κάτω παραδοχές στους δυο πατέρες του είδους, οι οποίες &lt;span style="font-style:italic;"&gt;θα έπρεπε&lt;/span&gt; να φαίνονται παράξενες σε έναν σύγχρονο αναγνώστη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Υπάρχει σαφής ιεραρχία από το καλύτερο προς το χειρότερο. Ο Λευκός είναι ανώτερος σε κάθε ουσιαστικό ζήτημα από τον Μαύρο. Το ρέψιμο του πιο φάλτσου ξωτικού είναι μελωδικότερο από το τραγούδι του πιο καλλίφωνου Ανθρώπου. Ο νάνος ξεπετάει ένα αριστούργημα στο λεπτό άμα έχει σφυρί και αμόνι. Το χόμπιτ είναι ανθεκτικό στα πάντα. (Στη μια περίπτωση, ο αναγνώστης ως Λευκός είναι στην κορυφή, στην άλλη ως Άνθρωπος είναι στον πάτο, αλλά η ουσία είναι πως δεν υπάρχει η έννοια της ποικιλίας, μόνο της κλίμακας)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Οι μικτοί γάμοι δεν είναι απλώς κατακριτέοι, είναι και ανύπαρκτοι. Πιο σπάνιοι απ’ όσο υπήρξαν ποτέ στην Ιστορία κι απ’ ότι ήταν στις ιδιαίτερες πατρίδες των δυο συγγραφέων. Ενώ οι φυλές στο φάνταζυ ζουν πολύ πιο ανάκατες από τις διάφορες εθνότητες στον Μεσαίωνα του πραγματικού κόσμου, δεν υπάρχει σεξουαλική έλξη μεταξύ τους. Οι ξωτικοκυράδες είναι πιο ωραίες από τις Ανθρώπινες γυναίκες, αλλά δεν ποθούν όλοι οι Άνθρωποι μια τέτοια σύζυγο. Ομοίως για τις Λευκές και τους μη Λευκούς άντρες. Σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ οι ενώσεις αφρικανών και ινδιάνων δεν ήταν ασυνήθιστες, αλλά ούτε οι Καστανοί παντρεύονταν Μαύρους, ούτε ένας στους δεκατρείς νάνους βλέπει έστω μία χομπιτίνα του γούστου του σε ολόκληρο χωριό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Οι βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών δεν παίζουν κανένα ρόλο στην κουλτούρα και την καθημερινή ζωή τους. Οι κοινωνίες τους λειτουργούν όπως θέλει ο συγγραφέας κι όχι όπως επιβάλει η Φύση. Αντοχή στα τραύματα, υπέρτερη μυϊκή δύναμη, περιορισμένο ύψος, ακόμη και αθανασία, τίποτε δεν αλλάζει το σκεπτικό τους, τίποτα δε λαμβάνουν υπόψη. Υπάρχει μια ψυχολογική προδιάθεση που καθορίζει ότι θα χτίζουν τα σπίτια τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα υφαίνουν τα ρούχα τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φτιάχνουν τα έπιπλά τους με συγκεκριμένο τρόπο, θα φέρονται με συγκεκριμένο τρόπο και η πρακτικότητα εκπαραθυρώνεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Οι Ινδοί έχουν τις κάστες, οι δυτικοευρωπαίοι τους ευγενείς, οι Ιάπωνες το giri, εμείς οι Έλληνες το φιλότιμο. Οι φανταστικές φυλές δεν αρέσκονται στις πολιτισμικές έννοιες που να μην μεταφράζονται εύκολα σε κάποιο αγγλοσαξωνικό αντίστοιχο και να θέλουν την εξήγηση ενός αληθινά ξένου τρόπου σκέψης. Δεν προτιμούν κοινωνικές δομές οι οποίες να μην είναι ωμά λογικές και εμφανώς κατασκευασμένες, χωρίς καμιά μυρωδιά παράλογης παράδοσης ή αληθινής πολυπλοκότητας. Απευθείας από τη φιλοσοφία και τις ουτοπίες του Διαφωτισμού ή των αρχών του εικοστού αιώνα, στο χαρτί. Οι τέλειες λειτουργούν ρολόι, χωρίς κανέναν ρυθμιστικό μηχανισμό. Οι ατελείς έχουν εμφανή ελαττώματα, αλλά δεν καταρρέουν, κι ας μην έχουν καμία αιτία συνοχής στην καθημερινότητά τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Οι Άνθρωποι και οι άνθρωποι τεκνοποιούν με οτιδήποτε κινείται. Με ξωτικά, με τελώνια, με δαίμονες από το απώτερο διάστημα. Αλλά οι διασταυρώσεις συνοδεύονται από περίεργα φαινόμενα. Ο αθάνατος γονέας γίνεται θνητός, το παιδί γεννιέται με χαρακτηριστικά που δεν τα είχε καμιά από τις αρχικές φυλές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Φυλές και λαοί, δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους πριν την έναρξη του βιβλίου, δε βγαίνουν από τα σπίτια τους. Αναγκαζόμενοι να συμπρωταγωνιστήσουν διάφοροι ξένοι μεταξύ τους, σοκάρονται ή μένουν έκθαμβοι κάθε δεύτερη σελίδα με το πώς ξυρίζεται ο άλλος, πώς σκέφτεται, πώς πολεμάει, τι τρώει. Είτε για να βγει γέλιο, είτε για να μπει ένα ακόμα κήρυγμα των απόψεων του συγγραφέα στο στόμα κάποιου χαρακτήρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα αυτά είναι δείγματα της εποχής εκείνης. Έγκριτοι επιστήμονες συμβούλευαν τον Τσώρτσιλ να μη φοβάται πόλεμο με τους Ιάπωνες, μιας και τα σχιστά μάτια τους δεν έχουν σωστή αίσθηση του βάθους κι έτσι δεν μπορούν να στελεχώσουν ικανή αεροπορία. Βιολόγοι προσπαθούσαν με μετρήσεις να αποδείξουν ότι οι «φυλές» είναι ξεχωριστά είδη του Homo Sapiens, με διαφορετικές δυνατότητες. Δεν κατακρίνω τον Howard και τον Tolkien που περιγράφουν τον κόσμο όπως τον έβλεπαν γύρω τους, δεν αφαιρεί από την &lt;span style="font-style:italic;"&gt;λογοτεχνική &lt;/span&gt;αξία του έργου τους. Αν από κάποιο θαύμα βρίσκονται και τα δικά μου βιβλία σε κυκλοφορία εβδομήντα χρόνια μετά την έκδοσή τους, δεν θα φαίνονται λιγότερο δέσμια ξεπερασμένων πια απόψεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά δε ζούμε πλέον στο Μεσοπόλεμο και δεν υπάρχει μόνο μια επιλογή για το πώς θα χειριστούμε τις φυλές στο φάνταζυ σήμερα, ανοίγονται πολλοί δρόμοι μπροστά μας, άλλοι με προοπτικές κι άλλοι αδιέξοδοι. Μπορούμε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- να είμαστε εντελώς αστοιχείωτοι για το είδος το οποίο υπηρετούμε και την ιστορία του. Να συγχέουμε τις συμβάσεις μιας περασμένης εποχής με τις συμβάσεις του ίδιου του φανταστικού. Δηλαδή, να γράφουμε με τις ίδιες παραδοχές που είχαν οι δυο μεγάλοι στα έργα τους γιατί «αυτό είναι φάνταζυ». Η λύση που επιλέγει η πλειοψηφία των μετά το ’80 συγγραφέων. Συνήθως μιλάμε για μια φυλή υπερανθρώπων στην οποία θα ανήκει ο ήρωας για να ικανοποιούνται οι εφηβικές φαντασιώσεις ισχύος του αναγνώστη και/ή μια φυλή υπανθρώπων την οποία θα γενοκτονεί ο ήρωας χωρίς την ανάγκη για τύψεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- να φτιάξουμε μια «φυλή» που δεν έχει πραγματικούς λόγους, να μην ενωθεί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Για την ακρίβεια, η κοινωνία της θα κατέρρεε ερχόμενη σε επαφή με τις υπόλοιπες. Την τοποθετούμε σε μια απομακρυσμένη ήπειρο μόνη της ή σε μια άλλη διάσταση και κλείσαμε. Λύση συνηθισμένη και πιστευτή. Αλλά φτηνή, σε ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο χτίζουμε τον κόσμο &lt;span style="font-style:italic;"&gt;όπως εμείς θέλουμε&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- να φτιάξουμε μια πραγματικά ξένη φυλή, η οποία ίσως είναι ανθρωποειδής πλην αμφίβια ή ίσως αποτελείται από κατσαρίδες με τέσσερα φύλα. Να δουλέψουμε σοβαρά πάνω της, βάζοντας λίγη Κοινωνιολογία, λίγη Βιολογία, λίγη Λαογραφία, λίγη Γλωσσολογία, μπόλικη κοινή λογική. Όπως κάνουν με τους εξωγήινους στην Επιστημονική Φαντασία. Τίμια τακτική που δεν μπορεί να την μεμφθεί κανείς. Απλά χρειάζεται χώρος σε ένα βιβλίο για παρουσιαστούν και να αναλυθούν όλα αυτά, τόσος χώρος που κινδυνεύει να επισκιάσει την πλοκή του έργου. Εκτός κι αν αυτό είναι το επίκεντρο της πλοκής. Δεν είναι ο τρόπος που σκέφτομαι σαν συγγραφέας και δε νομίζω πως θα πάρω τέτοια κατεύθυνση ποτέ. Σαν αναγνώστης δεν είμαι αρνητικός, αρκεί να μην είναι απλά αφορμή για να δω μια ακόμη ουτοπία ή δυστοπία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- να μη μιλήσουμε για φυλές, αλλά για λαούς. Ανθρώπους σαν όλους τους άλλους, οι οποίοι έχουν επιλέξει τον απομονωτισμό και μια κοινωνία-κλειστό σύστημα με μηχανισμούς που παρεμποδίζουν την αλλαγή και την διάλυσή της (ιστορικό παράδειγμα: αρχαία Σπάρτη). Στα συν, μιας και μιλάμε για φάνταζυ, μπορούμε να εισαγάγουμε για έναν τέτοιο λαό μικρές βιολογικές διαφορές από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, οι οποίες να είναι η αιτία που έχτισαν μια τέτοια κοινωνία και ταυτόχρονα η βοήθεια με την οποία μπορούν να την συντηρούν. Έχω χρησιμοποιήσει τέτοια τακτική σε γραπτά μου, αλλά όχι στους Γιους της Στάχτης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- να έχουμε, μόνους τους ή μαζί με φυλές στο ίδιο βιβλίο, παράξενους λαούς στους οποίους χωρίζονται οι Άνθρωποι. Να τραβήξουμε αυθαίρετες γραμμές στο χάρτη, χωρίς κάποιο φυσικό όριο όπως βουνό ή ποτάμι και να πούμε «από ‘δω και πέρα ζουν οι μεγαλόσωμοι βουνίσιοι με τις γενειάδες, από την άλλη οι μελαχροινοί και μικρόσωμοι θαλασσινοί». Και να φτιάξουμε πολιτισμούς που θα αφήσουν ιστορία, όπως ο διαρκώς επανεμφανιζόμενος στο κακής ποιότητας φάνταζυ, εκείνος που πιστεύει στην τύχη. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι ρίχνουν ζάρια για να πάρουν και την παραμικρή καθημερινή απόφαση. Τις δυο-τρεις πρώτες φορές που το είδα γέλασα – και ήμουν 15 χρονών. Τώρα πια τρομάζω όταν συνειδητοποιώ πως ένας άνθρωπος ικανός να ολοκληρώσει ένα βιβλίο 200 σελίδων με αξιοπρεπή γραφή, βάζει κάτι τέτοιο μέσα και δεν καταλαβαίνει πως είναι ηλίθιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δυτικοευρωπαίοι το μεσαίωνα όντως δεν έβγαιναν από το χωριό τους, δεν ήξεραν τίποτε για κανέναν άλλον και έπαθαν πολιτισμικό σοκ όταν οι Σταυροφορίες τούς ταξίδεψαν. Αλλά εμείς δεν είμαστε απόγονοί τους. Οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Ρώσοι, οι Κινέζοι, οι Ινδοί, είχαν εμπορικές σχέσεις, αντίληψη της ύπαρξης άλλων ανθρώπων με άλλους τρόπους ζωής. Δεν ήξεραν όλες τις λεπτομέρειες, υπήρχαν παρανοήσεις και φήμες και προπαγάνδα και μισαλλοδοξία. Αλλά υπήρχαν και ταξιδιωτικά κείμενα. Όσοι ζούσαν στα σύνορα ή εμπορεύονταν, έρχονταν συχνά σε κάποια επαφή με τους γείτονες, συμπεθέρευαν μάλλον συχνά. Και δυο άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής που γνωρίζονταν μπορούσαν να αλληλοεκτιμηθούν ή η σχέση τους να παραμείνει τεταμένη, όποια κι αν είναι η επίσημη σχέση των πατρίδων τους, όχι όμως γιατί μοιράστηκαν τον ίδιο υπνόσακο στο Δάσος της Λησμονιάς ή επειδή κοντεύει να τελειώσει το βιβλίο και χρειάζεται δραματουργική λύση κάθε ανοιχτού ζητήματος. Σ’ αυτά τα πλαίσια προσπαθώ να κινηθώ στους Γιους της Στάχτης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν πάρεις τους ανθρώπους που όλοι ξέρουμε και τους δώσεις φτερά, τους βάλεις να φοράνε μόνο κόκκινα ρούχα και να ζουν σε μια πόλη-κράτος με τρεις «κάστες», Ευγενείς, Στοχαστές και Τεχνίτες, λες και είναι μυρμήγκια, δεν έχεις μόλις φτιάξει μια νέα φυλή με πολλές προοπτικές. Έχεις φτιάξει μια καρικατούρα. Οι «μη άνθρωποι» θέλουν δουλειά και βάθος, το ίδιο και τα διάφορα έθνη των ανθρώπων. Και δουλειά προς τη σωστή κατεύθυνση με τα σημερινά δεδομένα. Γιατί τον Howard και τον Tolkien δεν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει ότι δεν ήταν διαβασμένοι ή ότι δεν δούλεψαν τους κόσμους. Αλλά δεν μπορούμε αιωνίως εμείς να «πατάμε» πάνω στη δουλειά τους, τη στιγμή που έχουμε άλλα δεδομένα στη διάθεσή μας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-5617237227681514308?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/5617237227681514308/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=5617237227681514308&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5617237227681514308'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5617237227681514308'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/11/blog-post_26.html' title='Η καθαρότητα της Φυλής'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-3874012150265170535</id><published>2009-11-19T13:44:00.004+02:00</published><updated>2009-11-19T13:59:53.774+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Περιφέρειες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Βασιλεία Αιγλωέων'/><title type='text'>Οι Περιφέρειες - Πελάγους</title><content type='html'>Στο Πέλαγος υπάρχουν εικοσιένα νησιά, δεκάδες νησόπουλα με μια ή δυο οικογένειες πάνω τους και αμέτρητες βραχονησίδες. Από τόπο σε τόπο, τα έθιμα και η ντοπιολαλιά διαφέρουν, αν και είναι ορατή μια κοινή ρίζα πάντα. Με τις εμπορικές συναλλαγές, οι ιστορίες μεταδίδονται και επιζούν σαν αφηγήσεις σε κάθε νησί, αλλά είναι αδύνατον να πει κανείς ποια μορφή τους είναι αρχαιότερη και κοντινότερη στα αυθεντικά γεγονότα, ποια έχει διαστρεβλωθεί περισσότερο από το σκεπτικό του αφηγητή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Νήου και εκείνοι της Κήρου, αν και βρίσκονται σε συνεχή επαφή, έχουν εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Οι πρώτοι είναι οι καλύτεροι ναυπηγοί στο Πέλαγος, πλούσιοι πλοιοκτήτες, περήφανοι, ιδιαίτερα τοπικιστές - μόνο οι καραβοκύρηδες-έμποροι ταξιδεύουν και δύσκολα κερδίζει κανείς την εμπιστοσύνη τους για να βρεθεί φιλοξενούμενός τους. Οι δεύτεροι είναι οι καλύτεροι ναυτικοί στο Πέλαγος, δουλεύουν στα νηώτικα πλοία από ανάγκη γιατί το έδαφος του νησιού τους είναι φτωχό, είναι ξακουστοί για την πραότητά και την ταπεινότητά τους, ενώ είναι και ιδιαίτερα φιλόξενοι στο σπιτικό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Ζιατί οι Νηώτες ‘εν κάνουσιν Κηριώτες γαμπρούς&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μνια βολά τσ’ έναν τσαιρό, ήσαν τρεις καραβοτσυραίοι ‘δω στη Χώρα, αδέρφια, τσ’ είχασιν τσαι μια αδερφήν πεντάμορφην. Οι γονιοί τζοι είχασιν ποθάνει χρόνια τσαι η μάνα τζοι τσοι είχεν αφημένα φυλαχτάρια, ζια την κακιάν την ώραν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ’ ένα ταγκζίδιν που ήσαν όλοι αντάμα στο ίδιο καράβιν ζια ν’ αγοράσωσιν οίνους στη Βότρια, ο πρωτοναύτης τζοι – που ήτο άτιμη Κηριώτικη σπορά – τσοι άφησεν να πίουσιν ώσπου ζαλιστήκασιν τσαι άμα ζυρίσασιν στο καράβιν, εκέρνα τζοι πλιο ακόμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άμα ξυπνήσασιν με το τσεφάλι βαρύν, τζοι είπε πως του είχαν κάμει λόγο να γενεί γαμπρός τσαι συνεταίρος, να πάρει την αδερφήν τζοι. Τέθοιο πράμα ‘εν εθυμούντασιν. Μα ‘εν εθυμούντασιν τσαι άλλον πράμα, από τσοι πολλούς οίνους τσαι από ντροπή ‘εν μπορούσασιν να κάμουν πίσω, μήμπως τσαι αλήθεια είχασιν κάμει όρκον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα φτάσασιν πίσω στη Νηο, βγάλασιν λαλητήν να πει τον γάμον στσοι ζειτονιές τσαι φωνάξασιν παπά να κάμωσιν τον αρραβώναν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα ο πονηρός ο Κηριώτης ‘εν είχεν στο νου του να γενεί μονάχα αδερφός τζοι, είχεν αποφασίσει να τσοι γκζεκάμει κιόλα, να απομείνωσι όλα τα καράβια τζοι δικά του τσαι όλες τσοι σεντούκες τζοι να τσοι πάρει προίκαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάλεσέν τζοι να θηρεύσωσιν ρήζισσες, στο βουνίν μπζηλά. Ξεμονάχιασεν τον μικρόν, αμούστακον αγόρι ακόμα, τσαι κάρφωσέν του στην τσοιλιάν ένα κοντάριν που είχεν κρυμμένον από πριν στσοι βάτους. Σαν ακούσασιν οι μεγάλοι τη φωνήν τσαι ετρέξασιν, είπεν τζοι ο γαμπρός πως τον αδερφόν τζοι τον εσούβλισεν ελάφιν που ξάφνισέν το.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάμασιν πέθος, κρεμάσασιν τα μαύρα σκουτιά στα παρεθύρια τσαι μάζεψεν η αδερφή το φυλαχτάριν τση μάνας τζοι από του αδικοσκοτωμένου το στήθι, να θυμάται τον από δαύτο τουλάιστον, αφού ‘εν τον βοήθησεν που φόρα το. Καθά πως το έχομεν συνήθειο, ο γάμος πήεν πίσω μνια χρονιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άμα πέρασε το πέθος τσαι ήσαν πάλι προετοιμασίες ζια την εκκλησά, είπεν τους κωνιάδους του ο πονηρός να πάγωσιν ζια το νυφόγκζυλλον. Πήρασιν τα μπριόνια τζοι τσαι τσοι αγκζίνες τζοι τσαι δώσασιν δρόμον. Ο πρωτοναύτης είχεν πάει από προηγούμενην μέραν τσαι είχεν πελετσήσει ένα μεγαλόν δεντρί. Τσαι μόλις το περάσασιν οι άλλοι, το αμπώχνει τσαι το ρίχνει καθά μέρος τζοι. Ο μεγάλος έσμπρωγκζεν τον μεσαίον παράμερα να γλιτώσει τσαι πλακώθηκεν μονάχος του τσαι πάει τσαι. Είπαν τύχη του ήτο, ‘εν καταλάβασιν το φόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάλι τσηδείες τσαι πέθος τσαι μαύρα σκουτιά, πάλι πίσω ο γάμος μνια χρονιά, πάλι μάζεψεν η αδερφή τση μάνας το φυλαχτάριν από του αδικοσκοτωμένου το στήθι. Σαν πέρασεν ο τσαιρός, είπεν ο πονηρός του τελευταίου κωνιάδου να πάγουσιν στο βουνί να κάμουσιν νυχτέρι στο ξωκλήσιν, μην εύρει τζοι πάλι κακόν. Πήρασιν το μονοπάτι το πισινό, από του Μαώρου τα Καλύβια αποπάνου. Τσαι ότι φτάνασιν την κορυφήν, δίνει μνια ο πονηρός τσαι στέλει τον μεσαίο καραβοτσύρη να τσακίνεται στο κρεμνί στα βράχια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρίτη φορά πέθος, τρίτη φορά μαύρα σκουτιά, τρίτο φυλαχτάριν μάζωξεν η αδερφή από αδικοσκοτωμένου στήθι. Άλλους συγγενείς ‘εν είχεν, ο γάμος ‘εν πήαινεν άλλον πίσω, να μη μείνει μοναχή τζη. Ένα φεγγάρι που ‘πρεπε να περάσει ως το μυστήριον, είπεν ο γαμπρός να το κάμει ταγκζίδιν, να πάρει τσαι δώρα νυφιάτικα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η νύφη, καλύτερά της έτζι. Είχεν λωλαθεί από την λύπην με το χαμό των αδερφώνε της τσ’ έρωτα ζια τον Κηριώτη ‘εν είχεν. Πήεν στο ακροζιάλι, εκρέμασεν τα φυλαχτάρια του αδερφώνε τση στα σκίνα, έβγαλεν τσαι το δικό της, κρέμασέν το κι εκείνον, τσ’ ετοιμάστη να πέσει να πνιεί, να πάει κοντά στο σόι της που είχεν ξεπατωθεί. ‘Εν επρόλαβε να βουτήξει, εσηκώθη το νερό μπρος της όρθιον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στάσε!», είπεν την κόρην η κυρα-Θάλασσα. «Από να σε πάρω τσαι να με καταριέται ο κόσμος, καλύτερον σου να πάεις καλογριά να με βλογάς, να σχωρνιούνται τσαι οι ποθαμένοι σου. Ρίξε μου τα φυλαχτάρια σας, ζιατί μεγάλον άδικο σας έχει γενεί τσαι τώρα θα το λύσω. Τσαι μη φοβάσαι πως δε θα σε κρατήσωσι σε μοναστήρι που είσαι ταμένη ζια γάμο. Οι μέρες του αρραβώνα σου μετρημένες είναι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως ορμήνεψέν την η κυρα-Θάλασσα, έτσι έκαμεν η κοπέλα, τα φυλαχτάρια εριξέν τα τσαι πήεν να καλογερέψει. Τσ’ ότι ζύριζε ο πρωτοναύτης ο άτιμος στη Νηο, ετσακίστη το καράβιν σε γκζέρα τσαι εξεβράστη αυτός μισοπνιμένος στη Χώρα. Τσαι από το φόβο του, τα κρίματα τσαι τ’ άδικα που είχεν καμωμένα τα εμαρτύρησε πριν του βγει η ψυχή, τσαι τα έμαθε ο κόσμος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τσαι από τότε ‘εν κάνουσιν οι Νηώτες γαμπρούς Κηριώτες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Γιατί οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον καιρό των παλαιών ταξιδιών, ήταν ένας Κηριώτης. Συγγενείς και βιος αυτός δεν είχε. Είχε μονάχα μια δουλειά κοντά σε τρεις αδερφούς Νηώτες με πολλά καράβια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα αφεντικά καλά δεν ήταν. Ήταν σφιχτοχέρικα και πολύ τους έβαζαν να δουλεύουν τους ανθρώπους τους. Μια φορά, έφτασαν κι οι τρεις μαζί στη Βότρια, με το καράβι που αρμένιζε ο Κηριώτης. Το ταξίδι άσχημα δεν πήε. Καλά πολύ πήε κι έκαμαν κέρδη και πήραν και κρασά να πουλήσουν αλλού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τη χαρά τους, αυτοί δεν κρατήθηκαν γλέντι να κάμουν σα γύριζαν σπίτια τους. Έκαμαν γλέντι εκεί και γίνηκαν σταφίδα με τα κρασά που είχαν πάρει. Και τον Κηριώτη τον κάλεσαν να τον κεράσουν γιατί ήταν άξιος ναύτης και πάντα καλή δουλειά τους έκανε. Κι αυτοί πάνω στην τύφλα τους, να τον κάνουν καπετάνιο δεν του είπανε. Του είπανε να τον κάμουν γαμπρό και συγγενή, που είχαν μια αδερφή ξακουσμένη για την εμορφάδα της, την είχε δει μια φορά κι ο ναύτης και την είχε βάλει στην καρδιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρωί σα συνήρθανε, το λόγο που είχανε πει, να τον τιμήσουνε δε θέλανε. Θέλανε καλύτερα να του δώσουνε ένα καράβι να το διαφεντεύει και γαμπρό να κάμουνε κανέναν της σειράς τους, να ‘χει βιος σεντούκες, να το ενώσει με το δικό τους. Μα είχανε ακούσει κι οι άλλοι ναύτες το λόγο τους και να πούνε πως έλεε ψέματα ο Κηριώτης, δε μπορούσανε. Μπορούσανε μονάχα να τον ξεφορτωθούνε με πονηριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του είπανε να πάνε για κυνήι στη Βότρια πριν φύουνε, που έχει ορτύκους και λαούς και περδίκους. Αυτοί σκοπό να τον γυρίσουν ζωντανό δεν είχαν. Είχαν σκοπό να τον τοξέψουν και να πουν πως πέρναε ζάρκαδος μπροστά του και ξεστόχησαν. Μα κοντά στην Πέρια, φυσάει γερά κι ο Κηριώτης βλαστήμια για τον κυρ-Άνεμο στα ταξίδια του ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρ-Άνεμε κι άσε μας να διαβούμε’. Κι ο κυρ-Άνεμος τον λυπήθηκε και του πήρε το κεφαλομάντηλο την ώρα που τον τόξευε ο μεγάλος ο αδερφός ο καραβοκύρης, κι όπως έσκυψε ο Κηριώτης να το πιάσει, ίσα πήε η σαΐτα στου μικρού αδερφού την καρδιά. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα καράβια τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κλάψανε οι άλλοι δύο, φωνάξανε, τον πήρανε τον σκοτωμένο στους ώμους και κατεβήκανε στο καράβι. Μοιριολόια δε λέανε. Λέανε τραγούδια της χαράς, που ήτανε ανύπαντρος ακόμα. Βάλανε μαύρα πανιά και κινήσανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι δυο καραβοκυραίοι στενοχώρια δεν είχανε. Είχανε μίσος και λέανε πως ο γαμπρός τους φταίει. Είπανε να πιάσουνε στη Λεύκη, να φορτώσουνε μάρμαρο για το μνήμα του αδερφού τους και ρίξανε άγκυρα. Πήρανε ξινάρια και τον Κηριώτη, μα στο νου τους να φτάσουνε ως απάνω στο βουνό δεν είχανε. Είχανε στο νου τους να ρίξει ο μεσαίος βράχο και να πλακώσει το ναύτη. Μα εκεί είναι γυμνός τόπος κι ο ναύτης στα ταξίδια του βλαστήμια στις ξέρες ποτέ δεν έλεε. Έλεε μόνο ‘καλά να ‘σαι κυρά-Πέτρα κι απάνω σου να μη βρούμε’. Κι η κυρά-Πέτρα τον λυπήθηκε και τον έκαμε να σκοντάψει την ώρα που ερχότανε ο βράχος και πλακώθηκε ο μεγάλος ο αδερφός αντί για δαύτονε κι γίνηκε μπουκούνια. Μια ανάσα που του ‘μεινε, κατάρα έριξε στο ναύτη να μη του ‘βγουνε σε καλό τα πλούτια από τις σεντούκες τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον πεθαμένο τον φορτώθηκε ο μεγάλος, τον πήρε κάτω στο καράβι, με τραούδια της χαράς πάλι, που ήταν και τούτος ανύπαντρος. Από στεναχώρια και πένθος ο καραβοκύρης δεν έκλαψε. Έκλαψε από το κακό του και αντί να βάλει μυαλό, έδωκε όρκο να τον ξεκάμει τον Κηριώτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είπε και πιάσανε και στη Χαριέσσα, δήθεμου-τάχαμου να πάρουνε καντηλέρια μαλαματένια για την κηδεία. Εκεί άλλοι ναύτες στη στεριά δε βγήκανε. Βγήκανε μονάχα οι δυο τους με τη βάρκα, που είχε κάμει σχέδιο ο Νηώτης να τον πετάξει σε ρούφουλα που ‘ξερε από παλιά τον Κηριώτη και να τον πνίξει. Μα ο ναύτης στα ταξίδια του στη θάλασσα την αρμυρή βλαστήμια ποτέ δεν έλεε. Μόνο έλεε ‘όμορφη κυρά-Θάλασσα, σπλαχνίσου μανάδες και γυναίκες’. Κι η κυρά-Θάλασσα τον λυπήθηκε και μόλις φτάσανε κοντά στο ρούφουλα, βγήκε απάνου το κύμα και πήρε τον καραβοκύρη μέσα από τη βάρκα και τον έπνιξε εκείνον. Μια ανάσα που του ‘μεινε, έριξε κατάρα στο ναύτη να μην του ‘βγουνε σε καλό τα προικιά που θα πάρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Νηώτης, τα κακά που θέλεσαν να του κάμουν, δεν τα είχε καταλάβει. Είχε καταλάβει μονάχα που πρώτη φορά βρήκε οικοένεια. Και τον πήρε τον πεθαμένο και τον πήε πίσω στο καράβι κλαίοντάς τον και μοιριολοώντας τον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα φτάσανε πίσω στη Νηο, έδωσε τα κακά μαντάτα στην αδερφή των καραβοκυραίων και στη γυναίκα του μεγάλου που είχε παιδί μικρό. Ο γάμος να περιμένει τρία χρόνια για το πένθος δε γινόταν. Γινόταν μονάχα να παντρευτούν σε ένα φεγγάρι από την κηδεία την τριπλή, γιατί άλλος άντρας στο σόι δεν είχε απομείνει να το διαφεντεύει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βιος που είχε μείνει, με τέτοιο κακό τρόπο, ο Κηριώτης να το πάρει δεν ήθελε. Ήθελε να μείνουν όλα τα καράβια και οι σεντούκες στη χήρα του κουνιάδου του και να περάσουν και σε ό,τι παιδιά του κάμει η δική του η γυναίκα. Κι αυτός να τα αυγατίζει τα πλούτια, αλλά χέρι να μη βάλει απάνω τους. Και τη γυναίκα του είπε πως με προίκες δεν την ήθελε. Την ήθελε όπως ήτανε, με το φουστάνι που φόραε μονάχα, με την εμορφάδα της και την προκοπή της. Μα να μην πάρει τα κεντήματα που έκανε με τα χέρια της τόσα χρόνια για το σπιτικό της, δεν γινότανε. Γινότανε να τα φορτώσει και να τα πάει μέσα σε ένα σπίτι καινούριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα η καραβοκυροπούλα έβαλε μέσα στα μεσάλια και τα σεντόνια κι έκρυψε ένα κουτί μικρό, με τα μαλαματικά που της είχε παρμένα η μάνα της η μακαρίτισσα. Και τη βραδιά του γάμου, να κοιμηθούνε αντάμα δεν έμελλε. Έμελλε να πιάσουν τόπο οι κατάρες οι τρεις και μόλις άνοιξε το κουτί να στολιστεί η νύφη, βγήκε φωτιά και τους καρβούνιασε. Και το είδανε με τα μάτια τους οι ανθρώποι, που είχε καλέσει όλη την Κήρο ο ναύτης να χαρεί τη χαρά του και είπανε πως κανονική δουλειά δεν ήτανε. Ήτανε κατάρα και μάλιστα νηώτικη, μιας και κακό στο νου τους για δαύτον οι συντοπίτες του δεν είχανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι από τότε οι Κηριώτες δεν πααίνουν γαμπροί στη Νηο.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-3874012150265170535?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/3874012150265170535/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=3874012150265170535&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3874012150265170535'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3874012150265170535'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/11/blog-post_19.html' title='Οι Περιφέρειες - Πελάγους'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-3300512844085170826</id><published>2009-11-03T16:52:00.002+02:00</published><updated>2009-11-03T17:18:23.194+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Μπήκαμε στο επόμενο στάδιο</title><content type='html'>Σήμερα επιβεβαίωσα πως η επιμέλεια του βιβλίου έχει ξεκινήσει. Συνεχίζουμε κανονικά για Γενάρη (με στάσεις ενδιάμεσα για εξώφυλλο και, υποθέτω, διαδικαστικά όπως βιογραφικό για το εσώφυλλο).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίσης έμαθα ότι οι διαστάσεις του βιβλίου θα είναι ίδιες με την "Παγίδα των αηδονιών" και τον "Έραγκον" (21 x 14 εκατοστά - το πάχος προφανώς θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των σελίδων). Θα υπάρχουν δυο ασπρόμαυροι χάρτες, ένας για τη Γνωστή Πλάση κι ένας για τη Βασιλεία Αιγλωέων, βασισμένοι σε &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post_10.html"&gt;αυτόν&lt;/a&gt; κι όχι εκείνον που βλέπετε μόλις μπαίνετε στο ιστολόγιο. Η χειροτεχνία είναι φυσικά του Ozzo και πάλι, ο οποίος δουλεύει τώρα σε μια έκπληξη για το μέλλον. Αναμείνατε στο ακουστικό σας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-3300512844085170826?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/3300512844085170826/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=3300512844085170826&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3300512844085170826'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/3300512844085170826'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/11/blog-post.html' title='Μπήκαμε στο επόμενο στάδιο'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-8930926200186074343</id><published>2009-10-23T11:07:00.004+03:00</published><updated>2009-11-04T09:11:07.543+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Περιφέρειες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Βασιλεία Αιγλωέων'/><title type='text'>Οι Περιφέρειες - Παράλου</title><content type='html'>Η Περιφέρεια Παράλου έχει κομβική θέση σε στεριά (φιλοξενεί σημαντικά περάσματα από τα βουνά που διχοτομούν την Οικεία Ανατολή, τις Χαλκές και τις Σιδηρές Πύλες) αλλά και στη θάλασσα, σαν σταθμός ανεφοδιασμού στα πλοία των Περατινών πριν συνεχίσουν προς τη Γη των Δηωτών και άλλα εξωτικά μέρη στα οποία εμπορεύονται. Ο μακρόχορνος συγχρωτισμός μαζί τους, έχει προσφέρει στην τοπική διάλεκτο πολλές λέξεις με ξενικό ήχο [Σημείωση: η "χειροδότηση" που αναφέρεται στο κείμενο είναι το αντίστοιχο του σταυροκοπήματος για την Πλάση]&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Ο ψαράς κι η θυατέρα η μαρμάρινη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παλιά τα χρόνια – σα να λέμε τόμου του Παπά ο Πλάτανος ήτο λιανός και μπόρουνε ένα γερό παλικάρι να τόνε αγκαλιάσει γύρω-τροΰρω –  είχε κάμει μια μεγάλη φουρτούνα και πήανε σούμπιτα τα μισά καΐκια κι οι μισές βάρκες του χωριού. Ένας από τσου ψαράδες που πνιήκανε, χήρος ήτο, άφηκε πίσω τη μάνα του και το γιο του μονάχους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπάλωνε η γριά δίχτυα, πήαινε το παιδί βοήθαγε σε αλλουνούς καραβοκυραίους, κάπως τήνε κουτσοβγάνανε. Έξοδα δεν κάνανε, μια παλιά βράκα χιλιομπαλωμένη φόραε το παιδί, μια φουστάνα μαύρη χιλιοτριμμένη η νόνα του, και τσου γελάανε οι ανέμυαλοι. Α μα με τα πολλά μαζώξανε δυο φούχτες χάλκινα και κάμανε καινούρια βάρκα, να τη δουλεύει το παλικάρι ατό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αγαντάρει μια μέρα, μήτε σπάρος στα δίχτυα. Αγαντάρει δεύτερη, μήτε γόπα. Ένα φεγγάρι πέρασε, καθημερνώς με το κοφίνι αδειανό και μουσκλωμένος γύρναε στη νόνα του. Α δεν ήτανε τα αρμυρίκια και τα λάχανα που μάζευε η γριά κι έβραζε, νηστικοί θα μένανε. Το αρμάρι τους αδειανό, μέρμηγκας στο σπίτι τους ψόφαε από την πείνα. Ψιχί δε βρισκότανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ώσπου σκάθηκε την ψυχή του το παιδί και είπε τση γριάς:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Νόνα, α δώσει και γυρίσω και σήμερα με αδειανά χέρια, πα να πει δε μας θέλει η θάλασσα. Αμώνω να τη δώσω τη βάρκα κοψοχρονίς και θα πάρουμε των ομματιών μας να πάμε σ’ ένα καμπίσο μέρος».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αφού είπες τέτοιο λόο, παιδί μου, δεν έχει τώρα να κάμεις πίσω», τον ορμήνεψε η γριά. «Διάβε με την ευκή μου κι ό,τι θέλει ας δώσει η κυρα-Θάλασσα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αγάνταρε πάλι, αμολάει τα δίχτυα του, πιάνει να τα τραβήξει σαν πέρασε η ώρα, ολότελα αδειανά. Δεύτερη φορά, τα όμοια. Τρίτη; Δε σκωνόντανε από το βάρος! Λες, βάνει με το νου του, να φισκάρανε τόσο πια; Δίνει, τραβάει, ιδρώνει, βάνει αντιστύλι το ποδάρι του, κάτι κατάφερε. Γλέπει και προβάνει ένα κουβάρι φύκια. Πήρε καρδιά, βάνει κι άλλο δύναμη, τραβάει δυο οργιές ακόμα. Τι να δει; Ψάρι μήτε για δείγμα, μονάχα μια θυατέρα μαρμαρένια. Είπε να την αφήσει να πάει πάλι κάτου σούμπιτη, να λασκάρει η μέση του. Έλα που άλλο πράμα δεν είχε πιασμένο, θα γύρναε πίσω με το κοφίνι αδειανό κι ήπρεπε να κρατήσει τον όρκο. Άιντε, λέει, ένα φεγγάρι με καταφρονάει η θάλασσα και δεν τη μούτζωσα. Α έχει να μου δώσει μια τύχη, ετούτη είναι, μ’ αρέσει-δε μ’ αρέσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λες κι αλάφρυνε η πέτρα όπως το ‘βαλε με το νου του να τη βαστήσει, βγήκε η θυατέρα στον αφρό και τη φόρτωσε και δεν έκατσε η βάρκα, είχε και τζόγο. Πιάνει στεριά, δένει, ζαλιγκώνεται το μάρμαρο και λάου-λάου για το χωριό. Το και το, λέει στη νόνα του άμα έφτασε σπίτι του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βάλ’ την ευτού στην άκρη στη ‘στιά κι αύριο γλέπουνε τι θα ξημερώσει, α θα τη δώκουμε πουθενά», είπε η γριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκωθήκανε αχάραα καθώς το ‘χανε συνήθειο και βρίσκουνε το σπίτι λαμπίκο. Η αυλή ασπρισμένη, το κακάβι χόχλαζε στη φωτιά και μοσκοβόλαε ο τόπος. Η θυατέρα η μαρμαρένια άφαντη. Μια ζωντανή είχε πιάσει το φρόκαλο και πάστρευε, μια έμορφη που την ήγλεπες και αλάλιαζες – ούτε η Γλυκερία του φούρναρη, σα να λέμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλημέρα νόνα, καλημέρα άντρα», τσοι καλοδέχτηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρίβανε τα μάτια τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πού βρεθήκανε τόσα πράματα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η προίκα μου», αποκρίθηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι να τα πολυλοούμε, ως τ’ απόγεμα είπανε το γάμο στον κόσμο, ως την άλλη μέρα τόνε κάμανε με παπά. Κρυφά από τη γριά, η γυναικά έπιασε τον άντρα και του ‘πε, έτσι κι απλώσει χέρι απάνω της και δεν έχει ένας χρόνος περασμένος και μια μέρα ακόμα, πάει. Τη χάνει και θέλει να τη γυρέψει σε γιαλό και σε κάμπο και στου βουνού τη ράχη για να την ξανάβρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρνα ο καιρός, οι γλωσσούδες είχανε και λέανε που δεν έπιανε παιδί η νύφη – τι; λες να μην είχενε κουτσομπόλες στο χωριό τότενες; – μα περνάανε ζωή χαρισάμενη οι τρεις τους. Προκομμένη η κοπέλα, όλα στο σπίτι ήτονε στην τρίχα, τη γριά δεν την άφηνε να σκώνεται από την καθίκλα της, νερό με το μπικιόνι τση πήαινε στο χέρι. Προλάβαινε να μπαλώνει και τα δίχτυα, που από κείνη τη μέρα όλο βαριά βγαίνανε, τόσο που φίσκαρε το κοφίνι καθημερνώς, πήρε και δεύτερο το παιδί, και πάλι περσεύανε ψάρια και τα ‘ριχτε πίσω στο νερό. Κι απ’ την καλή οικονομία που ‘κανε η νύφη, μαέρευε όλο από την προίκα που ‘χε στα αρμάρια και στην αγορά πάαινε μια στο τόσο μονάχα. Όλα καλά. Μήτε η γριά δεν τόλμαε να γκρινιάξει, που δεν είχε αγγόνι να βγάλει το όνομα του αντρός της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν πέρασε ο χρόνος κι η μέρα, κι έφτασε η ώρα να πέσουνε αντάμα στο κρεβάτι που είχε ξομείνει με τα νυφιάτικα τα στρωσίδια, τήνε πήρε από το χέρι το παιδί να τήνε πάει. Και μόλις γκιούξανε τα δαχτύλια τους, μπουφ! Αμπούρα γίνηκε η νύφη και χάθηκε. Πιάνει να ψάξει το παιδί, δεν τη βρίσκει πουθενά στο χωριό. Τα βαλε κάτου, ρώτησε και τον παπά και βρήκε πως είχενε κάμει λάθος οι καψεροί. Ήτο δίσεχτος ο χρόνος και ήθελε κι άλλη μιαν ημέρα αποπάνου για να περάσει!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γριά βάραγε τα στήθια της κι έβγαλε το μαντήλι της λες κι είχε πένθος. Δική της θυατέρα να ‘τανε, λιγότερο θα την έκλαιε. Το παιδί δεν έκατσε να μοιρολογάει. Πήρε μια καινούρια βράκα, καινούριο γελέκο, καινούρια ποδήματα – τόσο βιος που ‘χανε μαζώξει πια, δεν ήτανε έξοδο – έβαλε κάμποσα φλουριά στο ζωνάρι του και πήρε το στρατί να τήνε γυρέψει πρώτα στο γιαλό, που τον είχε ορμηνεμένο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα βράδυ τον ηύρε νύχτα στην άμμο κι άναψε φωτιά με ξύλα που ‘χε ξεβράσει το κύμα. Γλέπει σε λίγο κι έρχεται να ζεσταθεί ένας άνθρωπος με σκυλίσο κεφάλι και κόκκινο πετσί, στοιχειό σα να λέμε. Λούφαξε το παιδί, δε μίλησε καθόλου. Μονάχα κρυφοκοίταζε που το στοιχείο είχε πατήσει ένα αγκάθι και δε μπόρουνε να το βγάλει από το ποδάρι του γιατί σκαινότανε το αίμα. Χα μία, χα δύο, στο τέλος δεν κρατήθηκε το παιδί, απλώνει το χέρι και τραβάει το αγκάθι. Πετάγεται το στοιχειό όρθιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ευχαριστώ, αδρεφέ μου! Τέτοιο καλό που μου ‘καμες, πώς να στο ξεπλερώσω; Ζήτα μια χάρη. Ό,τι θέλεις, όσο μεγάλο, είναι στη δύναμή μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παιδί ήτανε ακόμα λαμπαγμένο και είπε δεν ήθελε τίποτα. Ξαναρώτηξε το στοιχειό, πάλι όχι. Μωρέ καλέ, μωρέ κακέ, δεν κατάφερε να του πάρει κουβέντα του παιδιού. Ώσπου στο τέλος λέει το στοιχειό:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μπράβο… Τρακόσια χρόνια πειράζω τσου ανθρώπους που ανταμώνω σ’ ετούτο τον τόπο. Ούλοι ζητάνε φλουριά και οφίτσια πλερωμή σε τόσο δα καλό που μου κάνουνε και παίρνω εξουσία και τσου τρώω για την πλεονεξία τους. Εσύ δεν είσαι τέτοιος. Να δω τι άνθρωπος είσαι, θα σε πάρω από κοντά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ζαρώνει και γίνεται ένας καμπούρης και μαυροτσούκαλος γέροντας. Κι όπου πήαινε το παιδί, αποπίσω το στοιχειό να λέει πως είναι υπερέτης του. Τέλος πάντων, φτάνουνε σε ένα νησόπουλο που ήτανε δεμένα κουρσάρικα καράβια. Στο πιο μεγάλο, στην πλώρη απάνω, είχε ιστορημένη σε ξύλο μια θυατέρα σαν τη γυναίκα τη δική του, μα μήτε κι όμοια τελείως. Σαν πιο μεγαλωμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι θέλεις;» ρωτάει το στοιχειό που τον είδε και την καλοκοίταζε. «Να στην κατεβάσω;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παιδί είχε καεί μια φορά από τη βιάση του, δεν τόλμαε να ξαναπάθει κάζο. Δυο σάλτα στη σανίδα, ανέβηκε στο μπάρκο το μεγάλο. Σύρανε μαχαίρες οι κουρσάροι να τόνε κάμουνε μελίδια, μα δε φάνηκε ντιπ σκιαγμένος. Το είδε ο καπετάνιος, το εχτίμησε και τον πήρε κοντά του. Τέσσερα φεγγάρια σαλπάρανε και χτυπάγανε περατινά μπάρκα. Το παιδί καθάριζε, ψάρευε, έστηνε το κακάβι, έλεε ιστορίες και τον βάλανε στην καρδιά τους οι ναύτες. Και το στοιχειό από κοντά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα αρμενίζανε κοντά στο χωριό του που τα ήξερε τα νερά και τσου είπε ο καιρός θα είναι άσκημος, μα τόνε αναγελάσανε – τόσοι θαλασσοψημένοι να μην ξέρουνε κι εκειός να ξέρει; Δεν πρόκαμε να πιάσει το γιόμα και σκώθηκε το κύμα ίσα με το καμπαναριό τση εκκλησάς. Απάνω τους κατουριστήκανε, με το συμπάθιο. Απάγκιο πουθενά, είπανε πάνε χαμένοι και πιάσανε να ασπάζονται για χαιρετισμό. Πάει το παιδί στο τιμόνι, μπατάρει το καράβι κόντρα στον καιρό, το περνάει κοντά στα βράχια, το τρυπώνει σε λιμανάκι που μόνο οι ντόπιοι το γνωρίζανε και το σώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέσανε οι κουρσάροι στα ποδάρια του, χρυσό τον κάμανε. Το μόνο που γύρεψε, ήτο η γυναίκα που ήτανε ιστορημένη στην πλώρη. Πάρε φλουριά, πάρε το καπετανιλίκι, τίποτα. Εγώ αυτό θέλω. Τι να κάμουνε, το ξηλώσανε. Μόλις το απιθώνουνε κάτου, περιστέρα μαλαματένια γένεται η γυναίκα και δίνει φτερό, μην την είδατε. Χειροδοτιόντανε από το φόβο τους, το παιδί δε ‘στάθη καθόλου. Πήρε δρόμο κατά και που ‘καμε το πουλί. Αντάμα και το στοιχειό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγήκε στο δρόμο τον καμπίσο το παλικάρι, όπως του το ‘χε ειπωμένο η γυναίκα του ότι ευτού θα τήνε ψάξει μετά το γιαλό. Αγόρασε στεριανά ρούχα και ποδήματα, ένα ραβδί να πηαίνει. Πέρασε χωριά και χώρες, πήγε ποδαράτο από τις Σιδερένιες στσι Χάλκινες Πόρτες που λέει ο λόος, φτάνει σε μια πολιτεία μεγάλη, έκατσε σε μια εκκλησά στο κατώφλι να ξαποστάσει. Έρχεται ένας διάκος και του λέει τα φαγιά δεν είναι έτοιμα. Ήτο, να δείτε, Πρώτη του Χρόνου και δεν το ‘χε πάρει χαμπάρι το παιδί. Και στσι πολιτείες δε δίνουνε αλεύρι και κρέας στσου φτωχούς που δίνουμε εδώ, κάθονται και τσου μαερεύουν και τσου καλούνε να κάμουνε ούλοι αντάμα βεγγέρα. Σκώνεται το παιδί να πάρει πάλε το δρόμο του, απάνου στο μινούτο έρχεται η μαλαματένια περιστέρα και μπαίνει από τση εκκλησάς την πόρτα και πάει και κουρνιάζει στο τέμπλο απάνω, καρσί σ’ έναν θαλασσαϊτό μπρούτζινο που κράταε μια καδένα στο στόμα και στην άκρια τση καδένας είχε ένα καντήλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να τόνε κατεβάσω;», είπε ο υπερέτης – το στοιχειό, σα να λέμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παιδί μήτε και κατεδέχτηκε να απαντήσει. Μονάχα έβγαλε από το ζωνάρι του κι έδωσε μια χούφτα χάλκινα για το φαΐ του φτωχόνε. Ανασκουμπώθηκε, πήε κοντά στο διάκο να βοηθήσει με το ζύμωμα και το φούρνισμα. Και πιο πολύ με τα ψαρικά, που δεν ξέρανε να τα κάμουνε σ’ εκείνο τον τόπο να μη χάσουν τη γέψη τους στο βράσιμο. Δεν πήρε ανάσα το παιδί ώσπου απόφαε κι ο στερνός στην καλέστρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα έμεινε στην εκκλησά, εκοιμότανε στο πάτωμα, συγύριζε, χτύπαε την καμπάνα, έσβηε τα κεριά που παρακαιόντανε. Πληρωμή δε ζήταε, μονάχος του έπαιρνε κι έτρωε και τάιζε και το στοιχειό. Άμα περάσανε τέσσερα φεγγάρια, τόνε ξεμονάχιασε ο πρωτόπαπας και τόνε ρώτησε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εσύ κάποιο τάμα θα ‘χεις. Για πες μου ποιο είναι, να σε βοηθήσω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θέλω να αλλάξω όλα τα καντήλια για την ψυχή του πατέρα μου», είπε το παιδί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφού του δώκανε την άδεια, άρχισε και κρέμαγε τα καινούρια που αγόρασε. Τελευταίο άφηκε εκειό που είχε ο αϊτός στο στόμα. Μόλις τον ξεστέλιωσε, ζωντάνεψε μες τα χέρια του κι έδωκε φτερό. Ίσα και πρόλαβε το παιδί να πιαστεί από την καδένα που την είχε ακόμα στο στόμα το πουλί. Ο αϊτός ήτο τόσο δυνατός που τόνε σήκωσε και τον πήρε μαζί. Πίσω η περιστέρα, πίσω και το στοιχειό, αλλαξομορφισμένο σε κουρούνα. Πετάανε, πετάανε, είπε το παιδί θα πέσει και θα γίνει μπουκούνια και βαστιότανε όπως μπόρουνε. Περάσανε πάνω από τον Άβυθο, προβάλανε τα βουνά, εδεκεί πήε και το απίθωσε ο αϊτός το παιδί και μετά έφυε αντάμα και φιλιωμένος με την περιστέρα – θάμα που δεν ξανάγινε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι να κάμει το παιδί, είπε πως κοντεύει πια, αφού είχε περάσει το γιαλό και τον κάμπο, στου βουνού τη ράχη απόμενε να ψάξει τη νύφη πού ‘χε χάσει. Πήρε το στρατί κατά κει που ‘χε δει να πηαίνουνε τα πουλιά. Από λόγγο σε λόγγο, από βουνί σε βουνί, με το στοιχειό ξοπίσω. Είχε πάρει εκειό πάλι τη σκυλίσα τη μουτσούνα και το κόκκινο το πετσί που ‘χε στην αρχή. Όποτε φτάνανε σε βατσουνιές, σε νερό τρεχούμενο, σε τόπο δύσκολο να διαβούνε, έλεε το στοιχειό:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να δώσω μια να φτάσουμε αντίκρυ;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να κάτσεις ευτού που ‘σαι», έλεε το παιδί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ώσπου βρήκανε μια σγούμπα γυμνή κι απάνου-απάνου ένα δεντρί μαύρο. Στα κλωνιά είχανε κουρνιάσει η περιστέρα κι ο αϊτός, στα ριζά στεκούτανε η γυναίκα του παιδιού μαρμαρωμένη. Την έπιασε από το χέρι και τση \λεγε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρολίγο και θα λιποψύχαε το παιδί, μα θυμήθηκε το πάθημά του και το δρόμο που είχε κάμει και βάστηξε. Έκατσε στον τόπο εκειό και κοιμήθηκε το βράδυ. Το άλλο πρωί, πάλι τα ίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να τη ζωντανέψω;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν του ‘δωκε σημασία του στοιχειού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να μην τα πολυλοούμε, η ίδια δουλειά σαράντα μέρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν εκουράστηκες ακόμα;» λέει το στοιχειό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι σαράντα μέρες, τέσσερα φεγγάρια και δε θα κουραστώ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εδώ είμαστε και να σε γλέπω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περνάει το δεύτερο φεγγάρι, περνάει το τρίτο, τέλειωνε και το στερνό εκείνη τη μέρα. Το μαύρο δεντρί είχε πιάσει να μπουμπουκιάζει και κοντεύανε να ανοίξουνε μαύρα άνθια. Τα σκουτιά του παιδιού είχενε λιώσει πια, τα γένια του είχενε γίνει τουλούπα, είχε ρέψει από την κακουχία. Άνοιξε το στόμα του να ζητήσει βοήθεια από το στοιχειό, μα καθάρισε ο νους του. Ήρτε γλέπετε η ευκή που του ‘χε δώκει η νόνα του τόμου βγήκε και ψάρεψε τη θυατέρα. Έπιασε το ίδιο τροπάριο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σήκω ψυχή μου να πάμε στο σπίτι μας, να πάμε στην κάμαρή μας, να πάμε στο κρεβάτι μας να πλαγιάσουμε. Σήκω τζόγια μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μήτε φωνή, μήτε ακρόαση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να τη ζωντανέψω;» λέει το στοιχειό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να κάτσεις ευτού που είσαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις το λέει, απ’ το κακό του που δεν ημπόρεσε να βάλει το παιδί σε πειρασμό, κρεπάρισε το στοιχειό και στον τόπο του έμεινε ένα ξανθό παλικάρι. Το δεντρί το μαύρο μαράγκιασε και φανήκανε δυο σακιά φλουριά στσι ρίζες του. Τα δυο πουλιά γινήκανε μια γυναίκα κι ένας άντρας χαμομεγάλοι. Κι η κοπέλα ζωντάνεψε και αναστέναξε λες και τση είχε φύει ένα βάρος από το στήθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιάσανε και είπανε στο παιδί το βίο τους, πως ήταν γονέοι και αδρεφός τση θυατέρας οι άλλοι. Και τσου είχε ρίξει σε χρόνους παλαιούς ένας βασιλιάς κατάρα, αφού δεν ηθέλησε να τον πάρει η κοπέλα γαμπρό, τότενες να γίνουν ούλοι πέτρες και σίδερα και στοιχειά και να μαρτυρήσουνε. Κι άμα βρεθεί ένα παιδί με σέστο και υπομονή να την αγαπήσει την κοπέλα, να τήνε χάσει και να τήνε γυρέψει για ένα χρόνο και μια μέρα σε ούλη την Πάραλο, τότενες να λυθούνε ούλες οι κατάρες στου βασιλιά το μνήμα απάνου. Αλλιώς, άμα δε βρισκότανε τέτοιο παλικάρι άξο, να χαθεί κι εκειό, να  χαθούνε κι ούλοι τους, γονέοι και παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρανε τα φλουριά του βασιλιά, γυρίσανε πίσω στο χωριό, βρήκανε του παιδιού τη νόνα και στα υστερνά της έγινε κι ευτείνη αρχόντισσα στην πολιτεία. Στήσανε ένα παλάτι και κάμανε τσούρμο παιδιά, να μπαρκάρεις καράβι που λέει ο λόος. Και τα καλά που είδανε, να τα ειδήτε κι εσείς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-8930926200186074343?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/8930926200186074343/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=8930926200186074343&amp;isPopup=true' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8930926200186074343'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8930926200186074343'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/10/blog-post.html' title='Οι Περιφέρειες - Παράλου'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7854993098434694625</id><published>2009-10-02T12:41:00.005+03:00</published><updated>2009-10-20T10:36:07.608+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 6</title><content type='html'>Μια ομάδα από πολεμιστές που έχει ζήσει σε πολλές χώρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Οι Δέκα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον πρώτο καιρό δυσκολευόταν να κοιμηθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για έναν Νανταρινό, οι Λαίτιοι ήταν φρικτό μέρος. Άχρωμο, ψυχρό, αποπνικτικό. Μικρά κτήρια, στενοί δρόμοι, γκρίζα πέτρα που έσταζε υγρασία. Ομίχλη που σερνόταν στους δρόμους κι έκρυβε το ποτάμι, τις γέφυρες που οδηγούσαν στα δυο νησιά, τα πάντα λίγα βήματα πιο πέρα. Κρύο και χοντρόρουχα σε σκούρα χρώματα. Άνθρωποι σκυθρωποί και χλωμοί. Ο ίδιος ο ουρανός σαν στρωμένος με βαμβακερό ύφασμα που είχε σκουρύνει από τον ιδρώτα. Όταν δεν έβρεχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναπολούσε το φως που στεφάνωνε και χρύσιζε το κάθε τι στην πατρίδα του. Τα χαμόγελα που αποκάλυπταν λευκά δόντια και στόλιζαν μελαχροινά πρόσωπα. Ενδύματα και σπίτια σε χίλιες χαρούμενες αποχρώσεις. Την αίσθηση του ανοιχτού χώρου. Την καταγάλανη θάλασσα που καλούσε στην αγκαλιά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα γνώρισε τη Ερδίνα, τη μικρή κόρη του αρτοποιού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάλι δυσκολευόταν να κοιμηθεί, μα μόνο γιατί μετρούσε το χρόνο ώσπου να έρθει η δική του σειρά, μια φορά στο δεκαήμερο, να κοιμηθεί έξω από το μικρό κτήριο που νοίκιαζε με τους συντρόφους του και τον αρχηγό τους. Να κοιμηθεί στο πλευρό της, κρυφά από τους γονείς της, κρυφά από τους φίλους του. Δεν τους είχε ποτέ κρύψει κάτι άλλο, δεν είχε μυστικά πέντε χρόνια που γύριζε την Πλάση μαζί τους. Μα αυτή η πηγή φωτός και χρώματος στη ζωή του, στην καρδιά του την ίδια, που έκανε τους Λαίτιους υποφερτούς, δεν ήταν ακόμη έτοιμος να αποκαλύψει έστω και την ύπαρξή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα βράδυ της έδωσε το ασημένιο δαχτυλίδι του αρραβώνα που με χίλιες οικονομίες είχε κατορθώσει να αγοράσει. Της υποσχέθηκε το χρυσό κόσμημα του γάμου. Και της ζήτησε να κάνει λίγη υπομονή ώσπου να διευθετήσει τις υποθέσεις του και να μπορέσουν να μείνουν μαζί – για πάντα. Κι εκείνη, με μάτια κλαμένα από χαρά, με χείλη που γελούσαν, τιτιβίζοντας σχεδόν, του είπε να βιαστεί, να προλάβει πριν γίνει πατέρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε φορά έβρισκε αφορμές να καθυστερήσει, να μην την αφήσει ώσπου να μην υπάρχουν άλλα περιθώρια. Μα το νέο τον ανάγκασε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να βιαστεί· έστω κι αν τρεις φορές πισωγύρισε από το κατώφλι για να της δώσει ένα τελευταίο φιλί. Βιαζόταν γιατί μακριά της δε βρισκόταν πια η μοναξιά. Βρίσκονταν οι προετοιμασίες ώστε στην επόμενη έξοδό του να γίνει η τελετή που θα τους ένωνε. Ο Αρζέντ, ο διοικητής του, επέμενε να ζουν όλοι μαζί, να φυλάνε ο ένας την πλάτη του άλλου, να τηρούν το αυστηρό του πρόγραμμα, να μη βασίζονται σε άτομα έξω από τον στενό κύκλο τους. Μα ποτέ δεν είχε φανεί αρνητικός στην προοπτική της αποκατάστασής τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο στρατιώτης διέσχισε τους δρόμους βυθισμένος στις σκέψεις του. Ούτε που κατάλαβε πότε τέλειωσε η διαδρομή. Ήταν σαν να είχε περπατήσει ανάλαφρος πάνω στα σύννεφα, όχι μέσα στην ομίχλη των τελευταίων νυχτερινών ωρών που έκανε τα ενδύματά του να κολλούν στο δέρμα του, το μουστάκι και τα μαλλιά του μια λάσπη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανέβηκε την πέτρινη σκάλα, δρασκέλισε το κατώφλι και αντίκρισε ένα άδειο δωμάτιο. Τα έπιπλα μαζεμένα στη γωνία, όλα τα φορητά αντικείμενα να λείπουν ή να φλέγονται στο τζάκι. Τίποτε να μη μείνει πίσω. Μ’ έναν κόμπο στο στομάχι, πέρασε την καταπακτή και βγήκε στο στάβλο που καταλάμβανε όλο το ισόγειο. Οι άλλοι είχαν τα σακίδιά τους έτοιμα, τα όπλα τους ζωσμένα, τις αρματωσιές φορεμένες. Σέλωναν τα άλογα, μαζί και το δικό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Οι Λευκοί θα χτυπήσουν τους Γαλάζιους αύριο», είπε ένας από τους έξι τοξότες. «Θα τους εξοντώσουν όλους ταυτόχρονα. Το σχεδίαζαν μήνες. Κι αν δεν το είχαμε μάθει εμείς τόσο καιρό, δεν το έχουν μάθει και οι στόχοι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ειρήνη», ψιθύρισε. Κι άλλο χαρούμενο νέο· θα ξεθύμαινε πλέον αυτή η ένταση που βασάνιζε τη χώρα. Η Ερδίνα δεν κινδύνευε, ζούσε σε μια συνοικία που δεν υπήρχε ούτε ένας Γαλάζιος. «Εμείς ποιον αναλάβαμε να σκοτώσουμε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κανέναν», τον διόρθωσε ο συνομιλητής του. «Οι Γαλάζιοι θα πεθάνουν εδώ, αλλά είναι ισχυροί στην επαρχία. Θα λυσσάξουν μετά το αυριανό. Και να μην ενδιαφερθούν για εκδίκηση, θα πολεμήσουν για να επιβιώσουν. Εμφύλιος μέχρι τελικής πτώσεως. Φεύγουμε».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ακόμη μετακόμιση. Ο Αργκάν είχε γίνει Αρζέντ, είχε γίνει Ζίλμπερ, είχε γίνει Πράτιους. Τώρα άλλη μια χώρα, άλλο ένα ψευδώνυμο, άλλη μια καινούρια αρχή. Δε ρίζωσαν στους Λαίτιους. Δε θα ρίζωναν πουθενά. Κι αυτός τι έπρεπε να κάνει; Να παρατήσει τη γυναίκα που αγαπούσε, με το παιδί του στα σπλάχνα της; Να τη σύρει μαζί του έγκυο σε περιπλανήσεις και πολέμους; Να λιποτακτήσει, εγκαταλείποντας τους συντρόφους που του χρωστούσαν της ζωή τους και τους χρωστούσε τη δική του; Πώς να ζήσει στην ξενιτιά, χωρίς συμπατριώτες που τον καταλάβαιναν; Πώς να ζήσει οπουδήποτε χωρίς εκείνη; Πώς να τα συμβιβάσει και τα δύο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι συνάδελφοί του, οι άλλοι τρεις ιππείς, είχαν σταθεί και τον κοιτούσαν που έμενε άπρακτος. Του έδειξαν μ’ έναν νεύμα του σαγονιού το δικό του σακίδιο και τη δική του λόγχη που τον περίμεναν στη γωνία. Η συντροφιά του ήταν ένα δεδομένο στη ζωή τους. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άντε, τι κάθεσαι;», προέτρεψε ο τοξότης που είχε μιλήσει και πριν.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7854993098434694625?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7854993098434694625/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7854993098434694625&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7854993098434694625'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7854993098434694625'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/10/6.html' title='Στιγμή 6'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-4154546833581485243</id><published>2009-09-21T12:37:00.002+03:00</published><updated>2009-09-21T13:03:26.262+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύλληψη'/><title type='text'>Σ-Ε-Κ-Σ</title><content type='html'>&lt;span style="font-style:italic;"&gt;Πολύ φάνταζυ είναι από-σεξουαλικοποιημένο. Μπορεί να πηγαίνει πακέτο με τις καταβολές του φάνταζυ, δεν ξέρω: παίζει πολύ ρομάντζο αλλά αξιοσημείωτα λίγο σεξ. Οι άνθρωποι τείνουν να κάνουν [σημαντικά] πράματα για χατίρι των [γαμήλιων] όρκων παρά για χατίρι του γαμ… που ακολουθεί.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Τάδε έφη Cliver Barker εν έτει 1988, σε συνέντευξη για την κυκλοφορία του ‘Υφαντόκοσμου’ (σ.σ. η απόδοση του κειμένου και η λογοκρισία δικές μου).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ως τότε είχε υπάρξει εξαιρετικά επιτυχημένος συγγραφέας τρόμου, αλλά με το συγκεκριμένο βιβλίο έκανε στροφή προς την Αστική Φαντασία, πορεία που συνεχίζει σταθερά ως σήμερα. Η Αστική Φαντασία είναι υποείδος του Φανταστικού που συχνά πατάει με το ένα πόδι στο φάνταζυ και με το άλλο στον τρόμο. Ο Barker όμως κάνει τον κόπο να συγκρίνει το ύφος του «Υφαντόκοσμου» με το ύφος των έργων του Τόλκιεν, δηλώνοντας έτσι που κατατάσσει ο ίδιος το πόνημά του, αλλά κι ότι θεωρεί (ορθά) όλα τα είδη φάνταζυ ως ενιαίο σύνολο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέει πιο κάτω στη συνέντευξη: «horror fiction is very sexual», ενώ για το φάνταζυ είδαμε ήδη τι λέει… &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν μπορώ να τον διαψεύσω. Το ως τώρα έργο μου δε μου δίνει έρεισμα, είμαι κι εγώ από τους «σεμνούς». Είδατε πώς έγραψα τον τίτλο της ανάρτησης; Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ δεν θέλουν καν η λέξη «σεξ» να αναφερθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των βιβλίων τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι παρθένες είναι Παρθένες, άσπιλες και άμωμες. Ο ιππότης όχι απλά δεν έχει βλέψεις προγαμιαίων σχέσεων, δεν κοιτά καν το ντεκολτέ της πριγκίπισσας όταν αυτή σκύβει να εξετάσει το δαχτυλίδι που της προσφέρει – την φαντάζεται όταν είναι μακριά του, δεν την φαντασιώνεται. Ο τυχοδιώκτης μπορεί να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, διαφορετική σε κάθε περιπέτεια, αλλά δεν ξεπερνούν ποτέ το παιδαριώδες επίπεδο «Τζέημς Μποντ» (εμφανίζονται με βαθύ ντεκολτέ στο εξώφυλλο και τις περιγραφές, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε το ουσιώδες για να τις κατακτήσει, οι συνευρέσεις γίνονται εκτός σκηνής, όπως κι οι χωρισμοί που είναι πάντα κοινή συναινέσει)∙ σαν να έβαλε κάποιος μια καλλονή να παίξει το ρόλο του πιστού, γραφικού συντρόφου (sidekick), ώστε να καλυφθεί αυτή η ανάγκη και να δηλωθεί ταυτόχρονα ότι ο πρωταγωνιστής είναι &lt;span style="font-weight:bold;"&gt;πολύ &lt;/span&gt;άντρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο αναγνώστης έχει μάθει περιμένει κάποιου είδους γάμο-φιέστα στο φινάλε. Είναι σύμβολο μετάβασης σε άλλο στάδιο (άρα το βιβλίο μπορεί να κλείσει), είναι ευκαιρία να δεθούν όσα αφηγηματικά νήματα είναι εκκρεμή ακόμη, είναι σύμβολο πως ο ήρωας απέκτησε την ευτυχία που του αναλογεί, είναι κι οι ρίζες του φάνταζυ στα παραμύθια και τη ρομαντική λογοτεχνία – είδη που τυπικά τελειώνουν με το «και ‘ζήσαν αυτοί καλά» του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά (εκτός κι αν γράφουμε για παιδιά), δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα ουρανοκατέβατο μυστήριο, έναν έρωτα που όλος κι όλος υπήρξε κλείσιμο του ματιού. Πρέπει να αναπτυχθεί το απαραίτητο ρομάντζο. Και να είναι πιστευτό. Χωρίς αισθησιασμό, θα είναι ψυχρό, ελλιπές κι αποστειρωμένο, άρα ψεύτικο, στερούμενο έστω και ελάχιστου ρεαλισμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ακόμη κι αν δε θέλουμε τελετές, το σεξ είναι ανάγκη κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής για όλους. Ακόμη και για τον ερημίτη που προσπαθεί να τιθασεύσει τις ορμές του ή τον παραμορφωμένο που δεν μπορεί να έλξει καμία γυναίκα αλλά νιώθει πόθο. Ο ερωτισμός μπορεί να βοηθήσει στη σκιαγράφησή ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα: να μας δείξει πώς συμπεριφέρεται στον/στην σύντροφό του, το πιο κοντινό του πρόσωπο. Είναι εγωιστής και σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, βάζει τους άλλους σε μεγαλύτερη προτεραιότητα, έχει μια κρυφή ανθρώπινη πλευρά; Έχει τόση εμμονή με το στόχο που έχει θέσει στον εαυτό του ώστε παραμελεί ως και το έτερόν του ήμισυ; Έχει τόση αδυναμία στο έτερόν του ήμισυ ώστε για χάρη του παραμελεί την αναζήτηση που θα σώσει την ίδια του την πατρίδα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από την άλλη, δεν είναι μόνο θέμα συντηρητισμού η απουσία γαργαλιστικών λεπτομερειών. Ειδικά στο επικό φάνταζυ, αναφέρονται συνήθως τόσα πρόσωπα και εκτυλίσσονται τόσο σημαντικά γεγονότα, ώστε δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος και χρόνος για περισπασμούς. Είναι αδύνατο να καλυφθούν όλες οι πτυχές κάθε χαρακτήρα· συχνά δεν ξέρουμε αν κάποιος είναι παντρεμένος, εργένης ή ό,τι άλλο, όπως δεν ξέρουμε κι άλλες λεπτομέρειες που δεν υπάρχει λόγος να κρυφτούν – απλά δε χωράνε! Και θα ήταν έλλειψη ρεαλισμού, όχι αύξησή του, για τους περισσότερους να κάνουν ερωτικές αρπαχτές ενώ τρέχουν να σώσουν τον κόσμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια, από το 1988 κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Το Φανταστικό – όπως το γουέστερν, το έργο πολεμικών τεχνών, η ταινία εποχής και κάθε άλλη κατηγορία αφηγηματικής τέχνης που έχει να κάνει με ένα στυλιζαρισμένο «Αλλού και Άλλοτε» – όσο τρέφεται με κλισέ και αρχέτυπα, άλλο τόσο τρέφεται και με την ανατροπή τους. Ακόμη περισσότερο, στο Φανταστικό, η αναζήτηση του πρωτότυπου/πρωτόγνωρου είναι σχεδόν αυτοσκοπός. Και σ’ αυτήν την τελευταία εικοσαετία, η τάση σε όλους τους τομείς της Τέχνης είναι να αποδειχθεί πως όλα επιτρέπονται και κανείς «λογοκριτής» δεν μπορεί να μας βάλει χέρι. Πλέον, για κάθε έναν συγγραφέα φάνταζυ που απέχει από την περιγραφή της &lt;span style="font-style:italic;"&gt;ερωτικής &lt;/span&gt;ζωής των χαρακτήρων του, ένας άλλος συγγραφέας μπαίνει σε λεπτομέρειες για την &lt;span style="font-style:italic;"&gt;σεξουαλική &lt;/span&gt;ζωή των δικών του, αγγίζοντας τα όρια της «ροζ» λογοτεχνίας (για να μην πω πορνογραφίας).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως σε όλα τα θέματα, και σ’ αυτό κάθε δημιουργός βρίσκει τη δική του ισορροπία, σχετικά με το είναι λίγο και τι πολύ. Ποτέ δε θα ευχαριστήσει κανείς όλους τους αναγνώστες με την επιλογή του, αλλά και ποτέ δε θα τους δυσαρεστήσει όλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά θα ήταν καλό να λάβουμε υπόψη ένα ακόμη θέμα που είχε θίξει ο Barker στη συνέντευξή του:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style:italic;"&gt;οι Seerkind [σ.σ. τα «καλά» υπερφυσικά πλάσματα στον ‘Υφαντόκοσμο’] συνουσιάζονται, κλάνουν – είναι κάθε άλλο παρά αγνοί. Αυτό τους κάνει πιο διασκεδαστικούς και αποκρύπτει την τεχνητή διάκριση ανάμεσα στους ηθικά αγνούς και ηρωικούς, από τη μια πλευρά, και τους ολοκληρωτικά καταραμένους, βλάσφημους και ανόσιους, από την άλλη.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυστυχώς, η λογοτεχνική «σεξουαλική απελευθέρωση» φαίνεται πως οδήγησε στην αντίθετη κατεύθυνση από την επιθυμητή κι αναμενόμενη. Πολλοί συγγραφείς φάνταζυ καυχώνται πως αγνοούν τους οπισθοδρομικούς (αυτο)περιορισμούς, τη συμβατική ηθική, το κατασκευασμένο. Αλλά τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τους περισσότερους;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτον, οι πρωταγωνιστές είναι εμφανίσιμοι και μεγάλοι εραστές (σε προσόντα και ικανότητες). Ενώ οι ανταγωνιστές τους είναι άσχημοι και/ή φορτώνονται πότε με σεξουαλική ανικανότητα (κυριολεκτική ή μεταφορική), πότε με προτιμήσεις που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί αποκλίνουσες (σαδισμός, μαζοχισμός, ομοφυλοφιλία κτλ.). Αν το αγγελικό Καλό και το δαιμονικό Κακό είναι οπισθοδρομικά, η ταύτιση του Κακού με την αναπηρία και την άγνοια, πώς να χαρακτηριστεί; Πόσους αιώνες πίσω μας πάει; Πόσο τεχνητή είναι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεύτερον, οι χαρακτήρες ξεκινάνε και διαλύουν σχέσεις με μια ελαφρότητα που είναι εντελώς ασυνεπής με τη δομή της κοινωνίας που περιγράφεται στα βιβλία κατά τα άλλα – στυγνή μεταφορά της σημερινής ηθικής (που δεν είναι η χτεσινή, αλλά δεν είναι και η αυριανή) σε έναν άλλο τόπο και χρόνο. Και ελάχιστοι συγγραφείς βάζουν το μυαλό τους να σκεφτεί, ώστε να δουν πως θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τέτοιες καταστάσεις για να δημιουργήσουν ανταγωνισμούς και πικρίες, συγκρούσεις μέσα στην ίδια παράταξη, ή μικροπρεπείς λόγους έχθρας ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις. Οπότε χάνεται η ευκαιρία να βγει κάτι ρεαλιστικό απ’ αυτό. Και τι μένει; Το σύνδρομο «Τζέημς Μποντ», απλά με τις συνευρέσεις επί σκηνής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι καλό να ξέρει κανείς τι θέλει να γράψει, καθώς και τις παγίδες στις οποίες δε θα ήθελε να πέσει, τα λάθη των προκατόχων του. Αλλά όταν θέτει σαν μόνο στόχο την πλήρη αντιστροφή ενός προτύπου, δεν πετυχαίνει τίποτε. Μαζί με τα αρνητικά, πετάει στα σκουπίδια και τα καλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Ευχαριστώ πολύ τους φίλους που σχολίασαν τη μοναδική τολμηρή σκηνή του Κορακιού και με βοήθησαν να σκεφτώ τα παραπάνω]&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-4154546833581485243?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/4154546833581485243/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=4154546833581485243&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/4154546833581485243'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/4154546833581485243'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/09/blog-post.html' title='Σ-Ε-Κ-Σ'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7614864971012709215</id><published>2009-08-31T12:18:00.003+03:00</published><updated>2009-09-07T21:40:44.721+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Στιγμή ανακούφισης-πανικού</title><content type='html'>Έκανα κάτι τελευταίες μικροδιορθώσεις που ήθελα στο βιβλίο. Μια λέξη εδώ, μια λέξη εκεί, δυο σελίδες που δε με ικανοποιούσαν. Βοήθησαν και διάφοροι φίλοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συμπίεσα το αρχείο, το σταύρωσα, το επισύναψα σ' ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και έφυγε από τα χέρια μου. Οριστικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πλέον αναλαμβάνει ο επιμελητής. εγώ μπορώ να αρχίσω να ασχολούμαι αποκλειστικά με το επόμενο (τίτλο θα αποκαλύψω σύντομα).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και έπαθα κρίση πανικού. Πλέον δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα, εκτός κι αν συννενοηθώ με τον επιμελητή. Ποιος θα είναι αυτός; Θα έχουμε επικοινωνία; Θα έχουμε &lt;span style="font-style:italic;"&gt;καλή &lt;/span&gt;επικοινωνία; ή αν δε χρειαστεί να με συμβουλευτεί για κάποιο λόγο, για να διευκρινίσω κάποια ασάφεια ας πούμε, δε θα μιλήσουμε ποτέ; Θα ξαναδώ το χειρόγραφό μου μια και καλή, έτοιμο να βγει στα ράφια, και πάλι θα πιάσει το μάτι μου πράγματα που θα τα ήθελα αλλιώς και δε θα γίνεται πια να αλλαχθούν, δε θα υπάρχει χρόνος;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω ακούσει που λένε πως ο συγγραφέας κάνει διορθώσεις ως και στη θανατική καταδίκη που του απαγγέλουν. Ότι οι διορθώσεις δεν τελειώνουν πραγματικά ποτέ σε ένα κείμενο, όσο το έχεις μπροστά σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά αυτά δεν έχουν σημασία όσο δουλεύεις ακόμη ένα κείμενο. Παραμένουν μακρινές προοπτικές ώς το τελευταίο λεπτό. Και είναι λέξεις ανούσιες όταν συνειδητοποιείς πως το πενυματικό σου παιδί ενηλικιώθηκε αναπόφευκτα κι έχει αφήσει την πατρική εστία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βαθιές ανάσες. Βαθιές ανάσες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7614864971012709215?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7614864971012709215/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7614864971012709215&amp;isPopup=true' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7614864971012709215'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7614864971012709215'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post_31.html' title='Στιγμή ανακούφισης-πανικού'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-185991841446585016</id><published>2009-08-14T10:34:00.000+03:00</published><updated>2009-08-14T10:35:21.636+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύλληψη'/><title type='text'>Ηρωική Φαντασία ή Επική Φαντασία</title><content type='html'>Άλλο ένα δίλημμα που είναι της μόδας τελευταία και μπορούμε να το ανάγουμε στο δίπολο Tolkien-Howard. Ηρωικές πράξεις που επηρεάζουν τη μοίρα όλου του κόσμου ή οι συναρπαστικές περιπέτειες ενός τυχοδιώκτη που στηρίζεται μόνος στις ικανότητές του;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η διαφορά δεν έγκειται στη σοβαρότητα της προσέγγισης. Η Επική Φαντασία μπορεί να είναι ανάλαφρη ή και αφελής, παιδαριώδης. Η Ηρωική Φαντασία μπορεί να είναι σκοτεινή και απαισιόδοξη, ένα είδος νουάρ. Είναι περισσότερο ζήτημα κλίμακας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Επική Φαντασία τείνει προς τη μεγάλη κλίμακα. Κάστρα, ίντριγκες σε επίπεδο κρατών, στρατιές που συγκρούονται, πολιτισμοί και θρησκείες. Χρειάζονται πολλά πρόσωπα για να τα δείξεις όλα αυτά σε βάθος, να τα αναπτύξεις και να νιώσει ο αναγνώστης πως είναι «μέσα», αθέατος παρατηρητής της Αυλής, της πρώτης γραμμής στη μάχη, της σφαγής των αμάχων σε μια λεηλατούμενη πόλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ηρωική Φαντασία τείνει στη μικρή κλίμακα, στο τοπικό και στο σύντομο. Ακόμη κι αν διακυβεύεται το ποιος θα καθίσει στο θρόνο ή αν θα απελευθερωθεί ο παντοδύναμος και μοχθηρός δαίμονας, η πλοκή μπορεί να χωράει μέσα σε μια νύχτα ή μέσα σε ένα παλάτι, ένα ερημονήσι, έναν τύμβο. Άλλες φορές πάλι, η Ηρωική Φαντασία είναι ένα καλειδοσκόπιο εικόνων, τόπων και στιγμών, ας πούμε ένα κυνηγητό από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Και πάλι, όμως, η οπτική της είναι περιορισμένη. Η «κάμερα» ακολουθεί έναν μόνο πρωταγωνιστή ή έστω μια μικρή ομάδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιος μπορεί να γελαστεί και να πει πως η Ηρωική Φαντασία είναι πιο εύκολη, χρειάζεται λιγότερη δουλειά και δεν είναι ανάγκη να αναπτυχθεί τόσο ο κόσμος στον οποίο θα διαδραματιστεί. Λάθος, φυσικά. Αν μιλήσουμε για δυο κείμενα του ιδίου μεγέθους, είναι δυνατόν να έχουν διαφορετικό βάθος και λεπτομέρεια; Πώς θα γεμίσουν 70.000 λέξεις; Απλά, εκεί που ο συγγραφέας ενός έργου Επικής Φαντασίας έχει αποφασίσει να ζωντανέψει λαούς και οργανώσεις και θρησκείες, να δώσει την αίσθηση μια κοινωνικής ομάδας και τις σκέψεις-αισθήματα των μελών της, ο συγγραφέας ενός έργου Ηρωικής Φαντασίας προτίμησε να προσπαθήσει να ζωντανέψει χρώματα και μυρωδιές και υφές, όλα όσα φοράνε και χρησιμοποιούν και δημιουργούν οι κάτοικοι του κόσμου που πλάθει. Αν υπάρχει κάποια αντικειμενική διαφορά είναι πως η Επική Φαντασία δε χωρά σ’ ένα διήγημα, ενώ η Ηρωική Φαντασία μπορεί να απλωθεί και να γεμίσει και ένα μυθιστόρημα, ενώ τα διηγήματα είναι ο φυσικός της χώρος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εγώ που στέκω, λοιπόν;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν κρύβω ότι προτιμώ μακράν τον Howard από τον Tolkien. Οι καταβολές μου είναι στην Ηρωική Φαντασία. Με τέτοιου είδους διηγήματα ξεκίνησα. Από την άλλη, η πολυπρόσωπη προσέγγιση την οποία δυσκολεύομαι να αποχωριστώ είναι καταλληλότερη για την Επική Φαντασία. Κάθισα να γράψω το «Κοράκι σε Άλικο Φόντο» έχοντας κατά νου κάτι σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Αλλά δεν ήξερα πώς να το ξεκινήσω, ήταν το πρώτο μου μυθιστόρημα. Εντάξει, λέω, θα βάλω έναν στρατιωτικό κι έναν πολιτικό σαν ήρωες, θα πιάσω όλες τις οπτικές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά το ξανασκέφτομαι και λέω, ο στρατιωτικός θα μπλέκει σε μεγάλες μάχες, θα είναι διοικητής. Μπορώ να βάλω κι έναν απλό στρατιώτη, αλλά και πάλι θα μιλάμε για το ίδιο πράγμα από άλλη οπτική γωνία. Εγώ ξέρω να γράφω για ήρωες που πάνε μόνοι τους και αντιμετωπίζουν τέρατα ή κάνουν άλλα κατορθώματα. Γιατί να μη βάλω κι έναν τέτοιο; Μέσα στα πλαίσια ενός ολόκληρου κόσμου, δεν είναι εφικτό να υπάρχουν και κάποιοι των οποίων η ζωή θα είναι ένα είδος Ηρωικής Φαντασίας; Μου άρεσε αυτή η ιδέα και την κράτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οπότε δεν έχω ιδέα πού να κατατάξω το βιβλίο μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-185991841446585016?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/185991841446585016/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=185991841446585016&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/185991841446585016'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/185991841446585016'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post_14.html' title='Ηρωική Φαντασία ή Επική Φαντασία'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7787570348118450519</id><published>2009-08-10T08:42:00.002+03:00</published><updated>2009-08-10T08:50:40.582+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χάρτης'/><title type='text'>Ο Νέος Χάρτης</title><content type='html'>Ο Ozzo κεντάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/Sn-1FLnwTgI/AAAAAAAAABA/24etrpZXkac/s1600-h/copy.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 167px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/Sn-1FLnwTgI/AAAAAAAAABA/24etrpZXkac/s320/copy.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5368208381472427522" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νομίζω πως δεν έχει νόημα να πω κάτι περισσότερο. Καλύτερα να αφήσω την εικόνα να μιλήσει μόνη της, αφού πήρα την έγκρισή του καλλιτέχνη να σας προσφέρω ένα δείγμα της δουλειάς του. Το μόνο που θα διευκρινίσω είναι πως το μικρό αυτό κομμάτι προέρχεται από μια χώρα που λέγεται Δαετία. Οι Δαετοί δε μιλούν αιγλωικά, γι' αυτό τα τοπωνύμια είναι "αλαμπουρνέζικα" και δεν σημαίνουν κάτι στα ελληνικά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7787570348118450519?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7787570348118450519/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7787570348118450519&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7787570348118450519'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7787570348118450519'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post_10.html' title='Ο Νέος Χάρτης'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_n8BJ8NrMHhU/Sn-1FLnwTgI/AAAAAAAAABA/24etrpZXkac/s72-c/copy.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-8169091421471238772</id><published>2009-08-04T09:18:00.003+03:00</published><updated>2009-08-04T09:23:28.372+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Περιφέρειες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Βασιλεία Αιγλωέων'/><title type='text'>Οι Περιφέρειες - Χαρεόπολης</title><content type='html'>Οι περισσότεροι Χαρεοπολίτες ανήκουν στο αυστηρό θρησκευτικό κίνημα των Αγνών που παρουσιάστηκε στη Βασιλεία Αιγλωέων πριν λίγα χρόνια και ξεκίνησε από την περιοχή τους. Από τα παραμύθια, το ενδιαφέρον τους έχει πλέον μετακινηθεί στις παραβολές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Η παραβολή του φαύλου ποιμένα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι ένας νεαρός ποιμένας που αρέσκεται να ψεύδεται σε όλους, να καταστρέφει τα εύθραυστα και να ταλανίζει τους αδύναμους. Λέει πως διασκεδάζει με την οργή, τη σύγχυση και την οδύνη των άλλων. Πως ηδύνεται να είναι ο υπαίτιος και να μη συλλαμβάνεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια εσπέρα θερινή, μισοκοιμισμένος κάτω από τη δροσερή σκιά πλατάνου, ακούει βήματα στην όχθη του ποταμού. Θορυβημένος, σηκώνεται και παίρνει αμυντική στάση. Αντικρίζει έναν άντρα με ευχάριστη όψη και λευκή ενδυμασία, με άδεια χέρια και δίχως καμιά αποσκευή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλώς ανταμώσαμε», λέει ο ξένος. «Ακολούθησέ με να δεις πράγματα θαυμαστά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ποιμένας, περισσότερο υπηρέτης της περιέργειάς του παρά της ευθύνης για το ποίμνιο, ανταποκρίνεται. Μπαίνουν στο δάσος, ακολουθούν πολύστροφο μονοπάτι μέσα στο σκοτάδι που δε δυσχεραίνει την πορεία του επισκέπτη και φτάνουν σε τόπο όπου τα κλαδιά είναι μπλεγμένα σε συμπαγή θόλο και δεν ξεχωρίζει σελήνη, άστρο ή θάμπος του στερεώματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο λευκοχίτωνας παραμερίζει τις βάτους πλησίον πηγής που κατεβαίνει παγωμένη από τα όρη. Φανερώνει χάλκινους πρασινισμένους κρίκους πάνω σε μαρμάρινη πλάκα και προστάζει τον ποιμένα να τους τραβήξει. Αυτός δεν αρέσκεται να καταπονεί το σώμα του αλλά έχει φλογιστεί ο νους του από την αναμονή θεαμάτων και δε νιώθει κόπωση, πόνο ή πείνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αποκαλύπτεται άνοιγμα ερεβώδες και αραχνιασμένο κάτω από το μάρμαρο κι ο ξένος κατεβαίνει ευθύς, ξάφνου σε κάθε χέρι του πυρσός που καίει. Ο ποιμένας ακολουθεί. Μετράει χίλια σκαλιά λαξευτά, εκατό βήματα σε στοά υγρή και δέκα κτιστές αψίδες. Φτάνουν σε σπήλαιο ανέγγιχτο από ανθρώπινο χέρι και τους φράζει το δρόμο ποταμός. Αναμένουν ώσπου φτάνει βαρκάρης πεπλοφόρος και τους μεταφέρει απέναντι, πληρωμένος δυο νομίσματα μολυβένια από τον ξένο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ποιμένας αρχίζει να δυσανασχετεί από την παράταση της αναμονής και διαμαρτύρεται. Ο λευκοχίτωνας σύρει αθέατο παραπέτασμα και του αποκαλύπτει διάδρομο με εσοχές, κάθε μία με το δικό της αναμμένο λύχνο, άλλοι φωτεινοί και άλλοι έτοιμοι να σβήσουν. Ο ξένος προστάζει τον ποιμένα να αναμείνει εκεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ποιμένας ανήσυχος περιδιαβαίνει τον χώρο. Φυσά ένα λυχνάρι και το σβήνει. Νιώθει μια στιγμιαία ευχαρίστηση και σπεύδει να το επαναλάβει. Σαλιώνει το δάχτυλό του και συμπιέζει φυτίλια. Ανικανοποίητος ακόμη, αρχίζει να πετάει γυάλινους και πήλινους λύχνους στο δάπεδο για να σπάσουν, αδειάζει τους μεταλλικούς, ηδύνεται με το έλαιο που φλέγεται όλο μαζί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εν καιρώ, αρχίζει να βρίσκει ανιαρή τη διαδικασία και σταματά. Αμέσως, ο ξένος επιστρέφει στο πλευρό του και συνεχίζουν την πορεία τους. Σύντομα ο ποιμένας διαμαρτύρεται ξανά και ο λευκοχίτωνας σύρει έτερο αθέατο παραπέτασμα, αποκαλύπτοντας δυο ερμάρια και αποχωρεί. Ο ποιμένας χωρίς δισταγμό αρχίζει να ερευνά. Το εκ δεξιών ερμάρι είναι γεμάτο μικρά κουτιά που φέρουν άνθρακες, λερά ράκη και σαπισμένους καρπούς. Το εξ ευωνύμων ερμάρι περιέχει λίγες χούφτες στολίδια από ήλεκτρο, χρυσό και ελεφαντοστό, ατάκτως ερριμμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αρχίζει να γεμίζει το βαλάντιό του. Παίρνει όσα πολύτιμα αντικείμενα μπορεί και τα επίλοιπα τα μεταφέρει και τα πετά από μοχθηρία στα κουτιά του άλλου ερμαριού, να χαθούν, να λερωθούν και να φθαρούν. Ευχαριστημένος από την έμπνευσή του, κλείνει τα ερμάρια ώστε να φαίνονται ανέγγιχτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ξένος επιστρέφει αμίλητος και ξεκινούν πάλι την υπόγεια πορεία τους. Δεν κάνουν μήτε δέκα βήματα κι ο ποιμένας ανοίγει το στόμα του να δηλώσει δυσαρεστημένος. Ο επισκέπτης, πριν αποχωρήσει προσωρινά, σύρει τρίτο αθέατο παραπέτασμα, διπλό, προς αίθουσα με κλωβούς πλήρεις θηρίων εξωτικών, ημέρων και αγρίων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόνος ο ποιμένας, αρχίζει να σείει τις σιδερένιες ράβδους που τον χωρίζουν από τα ζώα και τα πτηνά, να θέτει σε χρήση τα φραγγέλια και τις βέργες που βρίσκονται στο χώρο. Τρομοκρατεί, εξαγριώνει και τραυματίζει, μετατρέποντας την αίθουσα σε ωδείο βρυγμού και οδυρμού. Δεν αφήνει κανένα πλάσμα σε ηρεμία, οχλώντας όποιο σιωπεί. Σταματά από κόπωση σωματική κι όχι πνευματική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πάλι ο ξένος επιστρέφει εγκαίρως, αυτή τη φορά είναι αδύνατο να προσποιηθεί πως δεν κατανοεί τι συνέβη όσο απουσίαζε. Μορφάζει με δυσαρέσκεια μα δεν ομιλεί. Νεύει να τον ακολουθήσει ο ποιμένας. Πιο πέρα, αναμένει γραία μαυροφορούσα και ερωτά το όνομα του ποιμένα. Αυτός, φοβούμενος πως συνάντησε κάποιον από τους κατοίκους του τόπου κι ότι αν πει την αλήθεια θα μπορέσουν αργότερα να τον εντοπίσουν και να τον τιμωρήσουν για όσα έκανε εκεί, δηλώνει όνομα ξένο, που να ανήκει σε ένα άλλο νέο του χωριού του, λειψό στο νου, πολλάκις θύμα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνεχίζοντας το δρόμο τους, διασταυρώνονται εκ νέου με τον ποταμό, τους διεκπεραιώνει ο πεπλοφόρος πορθμέας επί πληρωμή, διασχίζουν δέκα κτιστές αψίδες, εκατό βήματα σε υγρή στοά υγρή, ανέρχονται χίλια σκαλιά λαξευτά, ο ξένος σβήνει τους πυρσούς και ο ποιμένας τοποθετεί τη μαρμάρινη πλάκα στη θέση της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επιστροφή στο ποίμνιο είναι σύντομη, το μονοπάτι ευθύ και βραχύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αυτά ήταν τα θαυμαστά;» ωρύεται ο νεανίας. «Λύχνοι και ερμάρια και κλωβοί;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο πρόθυμος βιώνει θαύματα και στην απλούστερη στιγμή», απαντά γαλήνιος ο ξένος. «Οι λύχνοι ήταν οι βίοι των οικείων σου, ανθρώπων και μη, που τερματίζουν όταν σωθεί το έλαιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο χώρος φωτίζεται και αποκαλύπτονται όλοι οι αμνοί του ποιμνίου νεκροί και ο ποιμένας γοεί γόο μεγάλο, σκεπτόμενος την οικογένειά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στο εξ ευωνύμων ερμάρι φυλάσσονται για να σε κοσμήσουν οι δίκαιες πράξεις σου», λέγει ο ξένος, «ενώ στο εκ δεξιών φυλάσσονται τα σφάλματά σου, δια να ζυγιστούν τα μεν με τα δε όταν έλθει η ώρα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ποιμένας αδειάζει το βαλάντιό του απελπισμένος και βρίσκει μόνο σκώληκες, λύθρο και πυρίτες λίθους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τα θηρία και τα πτηνά στους κλωβούς είναι οι κοιμισμένες συνειδήσεις των γειτόνων σου», λέγει ο ξένος, «που μπορείς να τις αφυπνίσεις για να αναγνωρίσουν την κρυφή αξία σου ή την κρυφή αναξιότητά σου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από την άλλη όχθη ακούγεται φωνές και φαίνονται φλόγες, πλήθος ερχόμενο, οι χωριανοί που έχουν ανακαλύψει όλα τα ψεύδη και τα κρίματα του ποιμένα και σπεύδουν να τον υποβάλλουν σε τιμωρία ανάλογή τους. Ριγεί και τα δόντια του τρίζουν από τρόμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η γραία είναι η καλή σου Μοίρα ζητά να σε βρει για να σου στείλει τύχη», λέγει ο ξένος. «Και τον τόπο των θαυμάτων δε θα μπορέσεις να ξαναβρείς και να διορθώσεις όσα έπραξες, διότι το πολύ μία φορά δικαιούται κανείς να τον επισκεφθεί. Σε θαύματα καλέστηκες και θαύμα δε θέλησες να δεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και αποχωρεί ως ήλθε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-8169091421471238772?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/8169091421471238772/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=8169091421471238772&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8169091421471238772'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/8169091421471238772'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post_8771.html' title='Οι Περιφέρειες - Χαρεόπολης'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-5501285318344580497</id><published>2009-08-04T09:05:00.002+03:00</published><updated>2009-08-04T09:10:34.852+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><title type='text'>Νεότερα</title><content type='html'>Το παρόν πλάνο των Εκδόσεων Πατάκη έχει το "Κοράκι σε Άλικο Φόντο" να βγαίνει στα ράφια τον Ιανουάριο του 2010. Αυτό σημαίνει πως η πραγματική προεργασία (επιμέλεια του κειμένου, επιλογή εξωφύλλου κτλ.) θα ξεκινήσει αρχές Σεπτέμβρη και τότε θα σας έχω πιο ζουμερές ενημερώσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά τα άλλα, μετακόμισα σε άλλη πόλη, ξεκίνησα να εργάζομαι σε άλλη δουλειά και απέκτησα νέα σύνδεση στο δίκτυο. Μετά από μια αναγκαία περίοδο απουσίας, επιστρέφω δυναμικά (ελπίζω) και φιλοδοξώ να ανεβάζω καινούριες αναρτήσεις τακτικά. Ούτε τρεις μαζί ξανά, ούτε κενά του ενός μήνα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-5501285318344580497?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/5501285318344580497/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=5501285318344580497&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5501285318344580497'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5501285318344580497'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post_04.html' title='Νεότερα'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7641467059451783644</id><published>2009-08-04T08:41:00.004+03:00</published><updated>2009-08-04T09:05:32.602+03:00</updated><title type='text'>Οδηγίες... Χρήσης</title><content type='html'>Ελπίζω πως έχω και νέους επισκέπτες σποραδικά - οι επισκέψεις έχουν ξεπεράσει τις 1500 - και πως θα υπάρξουν ακόμη περισσότεροι νέοι αναγνώστες του ιστολογίου μετά την έκδοση του βιβλίου. Οπότε, δυο-τρία λόγια για το πώς είναι βολικότερο να ξεκινήσει κανείς και πώς να συνεχίσει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Προσπαθώ να μη δεσμεύω τους επισκέπτες να διαβάσουν τις αναρτήσεις με τη χρονική σειρά που τα ανεβάζω εγώ, αλλά δεν είναι πάντα εφικτό. Συνεπώς, δε χάνετε τίποτα να πάρετε τα πράγματα χρονολογικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Αν δεν έχετε ιδέα τι είναι αυτό το ιστολόγιο και για ποιο πράγμα μιλάει, νομίζω οι αναρτήσεις με την ετικέτα &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/search/label/%CE%A3%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7"&gt;Σύλληψη&lt;/a&gt; είναι ένα καλό σημείο για να μάθετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Και να μη σας ενδιαφέρει τελικά, ρίξτε μια ματιά στο χάρτη σε πλήρες μέγεθος (κλικάρετε πάνω του σε &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/2008/10/blog-post_17.html"&gt;αυτή&lt;/a&gt; τη δημοσίευση, στην οποία θα μάθετε και ποιος τον έφτιαξε). Αξίζει το χρόνο σας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Πέρα από τις διάφορες περιπτωσιολογικές αναρτήσεις (Μαγεία, αναγνώσματα κτλ.), υπάρχουν κάποιες σταθερές "στήλες" που φιλοδοξώ να έχουν τουλάχιστον μια καινούρια ανάρτηση το μήνα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;  1. &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/search/label/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%B9%CE%B1"&gt;Παραμύθια&lt;/a&gt; - Μέσα από τα παραμύθια τους, φαίνεται ποιες αρετές εκτιμούν και πιστεύουν ότι διαθέτουν οι άνθρωποι κάθε τόπου, τι είδους αρχές θέλουν να ενσταλλάξουν στα παιδιά τους. Αντί να μιλήσω εγώ, ξερά κι εγκυκλοπαιδικά, για τους φανταστικούς ανθρώπους που κατασκεύασα, τους αφήνω να παρουσιαστούν μόνοι τους, ανά περιοχή του χάρτη (που σημαίνει, ανά ήθος και χαρακτήρα και διάλεκτο).&lt;br /&gt;  2. &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/search/label/στιγμές"&gt;Στιγμές&lt;/a&gt; - Μικρά κείμενα από το παρελθόν των χαρακτήρων που εμφανίζονται στο πρώτο βιβλίο των Γιων της Στάχτης, πράγματα που συνέβησαν πριν την έναρξη του βιβλίου. Δεν είναι απαραίτητο να τα διαβάσει κανείς για να κατανοήσει το βιβλίο (και τούμπαλιν, μπορείτε να τα απολαύσετε χωρίς να έχετε διαβάσει το βιβλίο).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Η ετικέτα &lt;a href="http://sonsofash.blogspot.com/search/label/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82%20%CF%84%CE%B1%20%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B9%CE%B1"&gt;προς τα ράφια&lt;/a&gt; σημαδεύει τα διάφορα νέα που έχω από τον εκδότη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι οι σύνδεσμοι που αναφέρονται, υπάρχουν και στο αριστερό μέρος της σελίδας, στα "Θέματα".&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7641467059451783644?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7641467059451783644/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7641467059451783644&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7641467059451783644'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7641467059451783644'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/08/blog-post.html' title='Οδηγίες... Χρήσης'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-5444465920189122331</id><published>2009-07-03T15:33:00.000+03:00</published><updated>2009-07-03T15:34:19.621+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 5</title><content type='html'>Όπου πάει ο Λεωσθένης, κοντά θα βρει κανείς και τον Αλγεινό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Αλγεινός&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τροχοί πάνω στις πλάκες του δρόμου. Ενισχυμένοι με μέταλλο. Δεν ήταν κάρο χωρικού ή εμπόρου. Πέταλα αλόγων που προπορεύονταν, σποραδικές κλαγγές. Ένοπλοι συνοδοί. Μικρή ταχύτητα, καμιά βιασύνη. Δεν ήταν ούτε στρατιωτική άμαξα, λοιπόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έκανε τον κόπο να σηκώσει το κεφάλι του, συνέχισε να σέρνει τα πόδια κατάκοπος. Οι φτωχοί πολλές φορές τον λυπόντουσαν και τον έπαιρναν μαζί τους. Καμιά φορά, κι οι πολεμιστές έκαναν το ίδιο. Οι γενναιόδωροι μοιράζονταν το φαγητό τους μαζί του. Τους αντάμειβε με κάποια από τις χιλιάδες ιστορίες που είχε μάθει – ή βιώσει! – ζώντας στους δρόμους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά οι πλούσιοι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μερικοί έκαναν πως δεν τον έβλεπαν, μερικοί κοντόστεκαν να τον φτύσουν για να διώξουν από πάνω τους την κακοτυχία που μπορεί να τους έφερνε η άθλια όψη του. Κανείς δεν τον είχε ποτέ ανεβάσει στο όχημά του, κανείς δεν του είχε προσφέρει ελεημοσύνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη την ημέρα δεν έμελλε να ξεμπερδέψει τόσο εύκολα. Η άμαξα επιβράδυνε μόλις έφτασε πλάι του. Γέλια, αντρικά και γυναικεία ανάμικτα. Νεανικά, αλλά αμβλυμμένα από οινόπνευμα. Έριξε μια κλεφτή ματιά κι είδε το λακαρισμένο ξύλο, τα παραπετάσματα από ιώδες μετάξι. Στο παράθυρο του οχήματος φάνηκαν δυο άντρες, με τα μάτια θολωμένα από το ποτό, τα πρόσωπα κατακόκκινα. Δυο γυναίκες στριμώχτηκαν πλάι τους. Η μικρότερη έμοιαζε πολύ με τον ψηλότερο νεαρό, αδερφή ή το πολύ ξαδέρφη. Η μεγαλύτερη γυναίκα δεν είχε φτηνότερα ενδύματα από τους συνοδούς της, ούτε τη στόλιζαν λιγότερα κοσμήματα. Αλλά η πρόστυχη έκφρασή της, η κοκκινισμένη από χέννα τούφα που ξεκινούσε από το κέντρο του μετώπου της και κατέβαινε ως τον γυμνωμένο ώμο της, η έκταση του δέρματός της που έμενε ακάλυπτη από την εσθήτα της, όλα επιβεβαίωναν το επάγγελμα που της είχε εξασφαλίσει θέση στο όχημα και την εκδρομή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισαν κι οι τέσσερις μαζί να περιγελούν το μοναχικό διαβάτη. Το χλωμό δέρμα του, τα αχυρένια μαλλιά του, τα αποστεωμένα μέλη του, τα κουρέλια που φορούσε. Δεν έδωσε σημασία. Είχε τη δυνατότητα να τους ξεφορτωθεί όλους, ακόμη και να τους σκοτώσει, μαζί και τους έξι καβαλάρηδες που τους συνόδευαν. Αλλά το είχε περάσει αυτό το στάδιο στη ζωή του και δε συμπεριφερόταν έτσι πια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βλέποντας πως δεν καταδεχόταν ούτε να στραφεί προς το μέρος τους, οι εύποροι ταξιδιώτες χειροτέρεψαν τις προσβολές τους, οι γυναίκες ειδικά τον προκάλεσαν και τον έλουσαν με χαρακτηρισμούς που θα έκαναν έναν λιγότερο ταξιδεμένο άντρα να κοκκινίσει. Άκουσε ύφασμα να θροΐζει καθώς του αποκάλυπταν μέρη της ανατομίας τους, ενώ οι άντρες χαχάνιζαν. Αλλά και πάλι δεν καταδέχτηκε να σηκώσει το κεφάλι του. Είχε κοφτερή γλώσσα όταν ήθελε και θα μπορούσε να τους αποστομώσει. Αλλά κι αυτό το στάδιο της ζωής του το είχε ξεπεράσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο τέλος βαρέθηκαν και πρόσταξαν τον αμαξά να επιταχύνει. Άκουσε τον απόηχο από τις ρόδες και τα πέταλα να σβήνει σταδιακά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;***&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άκουσε τα άλογα που χλιμίντριζαν και φρούμαζαν, τις χορδές των τόξων που πάλλονταν, τις κλαγγές του μετάλλου, το ξύλο που τσακιζόταν. Και στο τέλος σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριν τα ουρλιαχτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτηκε να περιμένει ή να προχωρήσει στο δάσος, ν’ αφήσει πίσω του το δρόμο και όσα τον περίμεναν πάνω σ’ αυτόν. Αλλά κι αυτή τη φάση της ζωής του την είχε ξεπεράσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά τη στροφή, είδε ακριβώς αυτό που περίμενε. Η άμαξα πεσμένη στο πλάι, κατεστραμμένη, οι πολεμιστές πεσμένοι στις πλάκες κατάστικτοι από βέλη, τα πληγωμένα άλογα να προσπαθούν να σηκωθούν για να ακολουθήσουν όσα το είχαν σκάσει ήδη. Τραχείς ένοπλοι άντρες, ληστές, έψαχναν τα συντρίμμια του οχήματος και τα πτώματα. Έσερναν τους πλούσιους έξω, έτοιμοι ν’ αποτελειώσουν τους άντρες, να ακινητοποιήσουν τις γυναίκες. Δε χαχάνιζαν, δεν αστειεύονταν, δεν μιλούσαν καν. Προσπαθούσαν να πάρουν ότι μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο πριν φύγουν βιαστικά – καινούρια όπλα, κέρματα, λίγες στιγμές ηδονής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στένεψαν τα μάτια τους ζυγίζοντας τον Αλγεινό, αν έπρεπε να τον αντιμετωπίσουν, να τον αγνοήσουν ή να του προσφέρουν μερτικό. Τελικά σήκωσαν τους ώμους τους. Του πέταξαν ένα καρβέλι λευκό ψωμί που είχε πέσει κοντά στα αίματα, μα δεν είχε λερωθεί. Ακολούθησε ένα μισοάδειο φλασκί με κρασί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε τρεις μέρες να βάλει αληθινό φαγητό στο στόμα του. Το λογικό ήταν να νεύσει την ευγνωμοσύνη του και να προχωρήσει. Να αφήσει τους ληστές να τον μετατρέψουν σε συνένοχό τους κατά κάποιον τρόπο. Να κρίνει εκείνους που είχαν σταθεί να τον περιγελάσουν, να πει πως τους άξιζε αυτό που πάθαιναν. Να τους κρίνει όπως τον είχαν κρίνει, άδικα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά κι αυτή τη φάση της ζωής του την είχε ξεπεράσει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-5444465920189122331?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/5444465920189122331/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=5444465920189122331&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5444465920189122331'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5444465920189122331'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/07/5.html' title='Στιγμή 5'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-1480827017535299950</id><published>2009-06-26T15:01:00.001+03:00</published><updated>2009-06-26T15:05:02.073+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χάρτης'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύλληψη'/><title type='text'>Πόση κοσμοπλασία;</title><content type='html'>Κοσμοπλασία (εκ του αγγλικού worldbuilidng) αποκαλούμε τη διαδικασία του σχεδιασμού ενός φανταστικού κόσμου που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε σαν σκηνή για το έργο μας, αλλά το αποτέλεσμά της (το οποίο μπορεί να είναι χάρτες, σκόρπιες σημειώσεις, ολόκληρο βιβλίο ή να υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό του συγγραφέα, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι η περιγραφή του προαναφερθέντος κόσμου).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχουν δυο άκρα στα οποία μπορεί κανείς να φτάσει και τα αντιπροσωπεύουν οι δυο πατέρες του φάνταζυ, ο Robert E. Howard και ο J.R.R. Tolkien, οι οποίοι είναι τα δυο άκρα του φάσματος και με πολλούς άλλους τρόπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην κατά Tolkien λογική, όλα είναι γνωστά εκ των προτέρων. Πριν ξεκινήσει καν να γράφεται το λογοτέχνημα, σχεδιάζεται κόσμος, με τη γεωγραφία του, τους λαούς του (ο καθένας με τη γλώσσα και τα έθιμά του), αλλά και ολόκληρη η ιστορία από τη δημιουργία του πλανήτη ως το «παρόν» (την αφετηρία της πλοκής). Μάλιστα, στο ίδιο το έργο του Tolkien (στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών), τολμώ να πω ότι η κοσμοπλασία (το Σιλμαρίλλιον) κυριαρχεί πάνω στο βιβλίο και γίνεται ένα είδος «εγχειριδίου χρήσης», χωρίς το οποίο ο αναγνώστης δεν έχει πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες του «προϊόντος»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην κατά Howard λογική, υπάρχει μια γενική εικόνα για τον κόσμο και χρησιμοποιείται κατά βούληση. Κάθε καινούρια ιστορία προσθέτει στοιχεία στον κόσμο (δηλαδή η κοσμοπλασία είναι ταυτόχρονη με τη συγγραφή), χωρίς να αναγκάζεται να περιοριστεί σε πλαίσια ορισμένα από πριν. Μπορεί κανείς να γράφει ακόμη και τις ιστορίες με τη σειρά που τις σκέφτεται κι όχι με τη σειρά που συμβαίνουν (έτσι έκανε ο Howard κι ο αναγνώστης μπορεί επίσης ν’ ακολουθήσει όποια σειρά προτιμά και να τις απολαύσει ανεξάρτητα τη μια από την άλλη). Υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος αντιφάσεων ή κενών, ιδεών που ο συγγραφέας ποτέ δε θα κατορθώσει να στριμώξει σε κάποιο κείμενο ή να εξηγήσει επαρκώς, καθώς και έλλειψης ομοιογένειας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσικά, κάθε συγγραφέας δουλεύει με τον τρόπο που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία και τον τρόπο σκέψης του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ τείνω περισσότερο προς την κατά Howard προσέγγιση. Είμαι μεθοδικός. Αν θέλω να φτιάξω έναν χαρακτήρα που να είναι «περσοειδής», θα ψάξω για τους Πέρσες, θα δω και τη γλώσσα τους, δε θα πάρω το πρώτο όνομα βασιλιά που βρήκα μπροστά μου. Αλλά μου φαίνεται λίγο χαμένος χρόνος να κάτσω να γράψω πρώτα την «εγκυκλοπαίδεια της Πλάσης», τη στιγμή που εικόνες και εμπνεύσεις βράζουν στο μυαλό μου, με παρακαλούν να τις κάνω ιστορία. Σε στιγμές μεγάλου οίστρου, μπορεί να καθίσω να γράψω και αν μου προκύψουν χαρακτήρες ολοκαίνουριοι, να τους αποκαλώ στο κείμενο ΧΧ, ΥΥ κοκ. Ομοίως και για τοποθεσίες. Αργότερα, που δε θα έχω πια το δαιμόνιο της έμπνευσης καβάλα στην πλάτη να με μαστιγώνει, μπορώ να βρω αυτά τα σημαδάκια και να τα μετατρέψω σε ταιριαστά ονόματα ή τοπωνύμια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίσης, να πάνω στο γράψιμο μού βγει κάτι που δεν το είχα σκεφτεί, μια ανατροπή στην πλοκή ή μια ιδέα για το υπόβαθρο που μου φαίνεται αξιόλογη ή ακόμη και μια αλλαγή στο πώς/ποιος είναι ένα πρόσωπο, αρκεί να αλλάξω το κείμενό μου ως εκείνο το σημείο για να την ενσωματώσω στο βιβλίο. Δε χρειάζεται να πειράξω και κάποιου είδους «βίβλο» η οποία περιλαμβάνει όλο το υπόβαθρο του έργου μου (ο όρος «βίβλος» χρησιμοποιείται για την καταγραφή των λεπτομερειών – προσώπων, καταστάσεων, εξελίξεων – στις οποίες βασίζεται μια τηλεοπτική σειρά). Βέβαια, βοηθάει να έχει κανείς μνήμη ελέφαντα και να γράφει με βάση μια αδρή πλοκή, χωρίς να κάνει πρώτα λεπτομερή προσχέδια για την ακολουθία των γεγονότων ως το τέλος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επίσης, είμαι διστακτικός ως προς το να στύψω το μυαλό μου για να δημιουργήσω ένα σωρό πράγματα από τα οποία μόνο μερικά θα μπορέσω να αξιοποιήσω στα πλαίσια του βιβλίου. Σίγουρα μπορεί κανείς να εντυπωσιάσει το κοινό και με αυτή του τη δουλειά, αν την κάνει καλά (ο Tolkien που λέγαμε, έχει δοξαστεί όσο κανείς άλλος για το υπόβαθρο του κόσμου του, και περισσότερο γι’ αυτό, παρά για την ίδια την πλοκή που δημιούργησε!) Αλλά και πάλι μου φαίνεται παραλογοτεχνικό. Σίγουρα είναι ένα είδος τέχνης η κοσμοπλασία, αλλά δεν είναι η τέχνη που εξασκώ εγώ, η τέχνη του λόγου. Πιστεύω πως αν κάνω σωστά τη δουλειά μου, η Πλάση θα βγαίνει το ίδιο ζωντανά στα μάτια του αναγνώστη, χωρίς να χρειάζομαι ένα δεύτερο επεξηγηματικό κείμενο και χωρίς να μπορεί – ούτε και να χρειάζεται – κανείς να μαντέψει αν χρησιμοποίησα «βίβλο», σημειώσεις ή οτιδήποτε άλλο (Δείτε κι &lt;a href="http://nihilio.blogspot.com/2009/05/1.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt; για μια παρόμοια άποψη, δοσμένη απλούστερα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Enter Ozzo (ο χαρτογράφος μου, για όσους δεν το θυμούνται).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεκίνησε μια καινούρια εκδοχή του χάρτη (το μόνο που θα πω προς το παρόν είναι πως ό,τι έχετε δει ως τώρα ωχριά). Ο άθλιος σαδιστής, αντί να μου δίνει τακτικά δείγματα, μου έλεγε: «έχω τρία βουνά και δυο ποτάμια στην τάδε χώρα, δώσε μου ονόματα». Έτρεχα εγώ, να δω πώς θα έλεγαν οι νανταρινοί το βουνό δίπλα στην πρωτεύουσά τους. Και μετά, «έχω μια κωμόπολη, γιατί ήταν πολύ άδεια η ακτογραμμή». Πάλι τρέξιμο εγώ. «Στείλε μου σχόλια που θα έβαζε ο χαρτογράφος εδώ κι εκεί». Ποιος χαρτογράφος;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά όταν είδα το αποτέλεσμα (αφού μάζεψα το σαγόνι μου που είχε φτάσει στο πάτωμα), μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι: «εδώ έχουμε μια μεγάλη περιοχή στην οποία τίποτα δεν είναι ονοματισμένο», «εδώ έχεις ένα τεράστιο ακρωτήριο, δε θα το έλεγαν κάπως;», «εδώ αυτό το πέρασμα στα βουνά μοιάζει σημαντικό».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι άρχισα να διασκεδάζω πραγματικά. Γιατί αυτό το ονόμασα έτσι; Τι έγινε εκεί πιο παλιά; Και δε μιλάμε για θεωρητικά πράγματα. Μιλάμε για ΙΔΕΕΣ. Ιδέες για τα υπόλοιπα μυθιστορήματα, ιδέες για το prequel που ελπίζω μια μέρα να μπορέσω να γράψω. Ιδέες για παράπλευρα κείμενα, σαν τα παραμύθια που σηκώνω εδώ στο ιστολόγιο. Επέλεξα κι ένα από τους ήδη υπάρχοντες χαρακτήρες μου ως υποτιθέμενο σχεδιαστή του χάρτη και προσάρμοσα τα σχόλια στο σκεπτικό του. Μ’ αρέσει αυτός ο τρόπος δουλειάς, είναι η δική μου τέχνη, η τέχνη του λόγου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-1480827017535299950?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/1480827017535299950/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=1480827017535299950&amp;isPopup=true' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1480827017535299950'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/1480827017535299950'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/06/blog-post_26.html' title='Πόση κοσμοπλασία;'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-7819559301029890940</id><published>2009-06-23T16:30:00.004+03:00</published><updated>2009-06-23T16:35:57.075+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='προς τα ράφια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='αναμονή'/><title type='text'>Αναμονή τέλος!</title><content type='html'>Τρίτη ανάρτηση μέσα σε μια μέρα; Μάλιστα, κι η τρίτη είναι κι η τυχερή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με χαρά (και κάποια υπερηφάνεια) σας ανακοινώνω πως υπέγραψα συμβόλαια με τις εκδόσεις Πατάκη (ο Εκδότης-2 που λέγαμε, ντε!) για την κυκλοφορία του "Κορακιού".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περισσότερα για το πώς και το τι, καθώς θα τα μαθαίνω κι ο ίδιος (με την ετικέτα "προς τα ράφια")&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-7819559301029890940?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/7819559301029890940/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=7819559301029890940&amp;isPopup=true' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7819559301029890940'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/7819559301029890940'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/06/blog-post_23.html' title='Αναμονή τέλος!'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-763359546747637000</id><published>2009-06-23T16:28:00.002+03:00</published><updated>2009-06-23T16:30:14.041+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='στιγμές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χαρακτήρες'/><title type='text'>Στιγμή 4</title><content type='html'>Τι φανταστικός κόσμος θα ήταν η Πλάση, αν κάποιοι από τους μύθους της δεν ήταν αληθινοί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Λεωσθένης&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα στομάχια των τεσσάρων γερόντων σφίχτηκαν μόλις είδαν το σπίτι από μακριά. Δίπατο, ξύλο σε απαλό γαλανό χρώμα, πέτρα ασβεστωμένη, κεραμίδια ολοκαίνουρια, κλήματα να σκιάζουν την αυλή. Μεγάλος κήπος, φροντισμένος, χωρισμένος σε παρτέρια∙ λευκά ρόδα και κόκκινα γαρύφαλλα και, πιο κοντά στο σπίτι, λαχανικά για το τραπέζι. Στο μονοπάτι έτρεχαν έξι-εφτά παιδιά κι ένα μικρό σκυλί, κυνηγώντας ένα παρδαλό τόπι. Μια καστανή νέα γυναίκα – η λυγερή ομορφιά της αισθητή ακόμη κι από τόση απόσταση – άπλωνε φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα που σχεδόν άστραφταν στο ηλιόλουστο πρωινό. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσα χρειάζεται να έχει ένας άντρας για να ευτυχεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα οι γέροντες δε γαλήνευαν σε τέτοια θέα. Οι ανησυχίες που τους είχαν ταλανίσει σε όλο το ταξίδι, άξαφνα φούσκωσαν σαν αγριεμένες θάλασσες, απειλούσαν να τους πνίξουν στα τελευταία βήματα που χρειαζόταν να διασχίσουν τα γαϊδουράκια τους. Πλησίαζε η κρίσιμη στιγμή που θα μάθαιναν αν κάποιος από τους φόβους τους θα έβγαινε αληθινός. Θα τον έβρισκαν εκεί τον ήρωα; Θα ήταν εύκαιρος να τους βοηθήσει; Μήπως θα τον προσέβαλλαν τα φτωχικά τους δώρα που μπόρεσαν να συγκεντρώσουν; Έβαλαν τα χέρια μέσα στα σακούλια και ψηλάφισαν τα δοχεία, τα κουτιά, τα θηκάρια, αποζητώντας παρηγοριά, ένα στήριγμα αληθινό και απτό. Δεν τον ενδιέφεραν το Λεωσθένη οι ανταμοιβές, όλοι το ήξεραν. Μα τον είχαν τόση ανάγκη οι συμπατριώτες των γερόντων, ώστε εκείνοι αγωνιούσαν και για την παραμικρή λεπτομέρεια, το πιο απίθανο εμπόδιο που θα μπορούσε να κάνει την ικεσία τους ν’ αγνοηθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μηχανικά, σαν υπνωτισμένοι, ξεπέζεψαν. Χαιρέτησαν, έδεσαν τα ζώα τους, χάιδεψαν παιδικά κεφάλια, χτύπησαν τη θύρα, διάβηκαν το κατώφλι. Ο άντρας που αντίκρισαν ήταν ακόμη πιο μεγαλόσωμος απ’ ότι περίμεναν∙ η σύζυγός του που μπήκε να τους παρουσιάσει – αν και ασυνήθιστα ψηλή – μόλις που έφτανε ως τον ώμο του κι ας ήταν εκείνος καθιστός. Τα μέλη του ήταν χοντρά σαν κορμοί νεαρών δέντρων, οι μύες του φούσκωναν ακόμη και στην απόλυτα ήρεμη στάση του. Μέσα στις σκιές, το κεφάλι του, στεφανωμένο από πυκνά, κατάμαυρα κατσαρά μαλλιά και γένια, φάνταζε τρομερό, δυσοίωνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπήρχαν πολλά έπιπλα στο δωμάτιο, όλα σκαλισμένα με τέχνη κι αγάπη. Σκεύη χάλκινα σφυρηλατημένα με εικόνες ζώων και φυτών, πήλινα πιατικά ζωγραφισμένα με πουλιά και ψάρια. Δέρμα και ύφασμα, ιστορημένα κι αυτά, κάλυπταν τις επιφάνειες. Όλα έργα του Λεωσθένη, απ’ ότι έλεγαν οι φήμες. Αλλά το βλέμμα των γερόντων αδυνατούσε να ξεκολλήσει από τα τεράστια θηκάρια που καταλάμβαναν όλο το μήκος του αριστερού τοίχου. Εκείνα ήταν τα εργαλεία στη βοήθεια των οποίων προσέβλεπαν. Εκείνο το κρυμμένο ατσάλι που έμοιαζε να κοιμάται μέσα σε δερμάτινα σάβανα, είχαν έρθει να ξυπνήσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας από τους προεστούς έπεσε στα γόνατα και τον μιμήθηκαν κι άλλοι τρεις. Έτειναν μπρος τα χέρια τους, προσφέροντας τα δώρα που είχαν φέρει. Άρχισαν να εξηγούν την κατάντια των χωριών τους με φωνές άχρωμες, νεκρές, κουρασμένες, πιο λυπηρές από κάθε λυγμό ή αναστεναγμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;                                 ***&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Λεωσθένης ένιωσε το πρόσωπό του να φλογίζεται, λες και τα γένια του είχαν πάρει φωτιά, λες και τσουρουφλιζόταν γοργά το δέρμα του προς το μέτωπο. Ζεσταινόταν και άσθμαινε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα του ζητούσαν βοήθεια; Αφού είχαν πρώτα καταφύγει σε κάποιους δίδυμους ψευτο-ήρωες που δεν τους είχε ακούσει ποτέ; Ίδης και Πισαίος; Ποιοι ήταν αυτοί οι τιποτένιοι; Ποιος τους γνώριζε πέρα από το βάλτο που ζούσαν; Και τους μέτραγαν για τόσους σπουδαίους αυτοί οι επαρχιώτες, ώστε αφού δεν τα είχαν καταφέρει εκείνοι, τότε έπρεπε να ασχοληθεί με το ζήτημα ο μεγαλύτερος των Αιγλωέων ηρώων; Που τον είχαν για δεύτερη επιλογή μετά από τους νταήδες της γειτονιάς τους; Ούτε η πρώτη τους σκέψη ήταν καταφύγουν σ’ αυτόν, ούτε τον θεωρούσαν ύστατη λύση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεροκατάπιε και το βλέμμα του πήγε άθελα στο τεράστιο ρόπαλο από κόκκινο ξύλο, το έμβλημά του, κρεμασμένο στο κέντρο του τοίχου με τα άρματα. Αν δε σεβόταν τα χρόνια τους, θα τους έσπαγε τα κόκαλα ένα-ένα για την προσβολή που του έκαναν. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπρεπε να συγκρατηθεί, να τους χτυπήσει μόνο λεκτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτριξε τα δόντια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπρεπε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-763359546747637000?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/763359546747637000/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=763359546747637000&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/763359546747637000'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/763359546747637000'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/06/4.html' title='Στιγμή 4'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-5227118930167091109</id><published>2009-06-23T10:38:00.004+03:00</published><updated>2009-06-23T10:43:58.211+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Περιφέρειες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Βασιλεία Αιγλωέων'/><title type='text'>Οι Περιφέρειες - Ανθρακίας</title><content type='html'>Οι Ανθρακιώτες μπορούν να υπερηφανεύονται για πολλά: για του εξαίρετους μηχανικούς, τα πυκνά δάση, τα πολλά ορυχεία. Αλλά πιο πολύ καμαρώνουν που διεκδικούν την ίδια καταγωγή με το Λεωσθένη, το δημοφιλέστερο λαϊκό ήρωα της Βασιλείας Αιγλωέων, νικητή ξένων εχθρών, ντόπιων τυράννων και κάθε είδους τεράτων. Στους τελευταίες δυο εκατονταετίες, οι ιστορίες γύρω απ' αυτό το μυθικό πρόσωπο έχουν γίνει τόσο πολλές κι έχουν διαδοθεί τόσο ευρέως στη Βασιλεία Αιγλωέων, ώστε έχουν απορροφήσει και αφηγήσεις κατορθωμάτων πολύ παλιότερες, οι οποίες απέδιδαν τα γεγονότα σε άλλους ήρωες. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Πώς ο Λεωσθένης βρήκε το ρόπαλο και τη γυναίκα του&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν γίνηκε δώδεκα χρονώ ο Λιοσθένης, έπιασε το δρόμο να δει τον κόσμο και να ‘βρει την τύχη του. Ήτανε κιόλα πιο χεροδύναμος απ’ τους αργάτες του χωριού, το χέρι του δε λάθευε με σπάθα για με κοντάρι για με σαΐτα, στα αινίγματα δεν τον κάνανε καλά οι γερόντοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί που διάβαινε, βρήκε τη στράτα κλεισμένη, τι είχε σειστεί η γης κι είχανε κυλήσει κοτρώνια μεγάλα σα μυλόπετρες από τη ράχη. Αντί να κάμει πίσω, το παιδί έφτυσε τα χέρια του και τα ‘τριψε και πιάνει να δίνει γρόθους. Μια ‘δω, μια ‘κει, χαλίκι γίνουντο οι βράχοι, τρύψαλα. Όσο να μεσημεριάσει και να παραϊδρώσει, είχε ανοίξει τόπο να περνάει ολάκερο κάρο. Κι από τα πουλιά και τα ζα που το είδανε, μαθεύτηκε σ’ όλο τον τόπο το κατόρτωμα, ως πέρα στα νησά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάει μονάχος, παρακάτου συναντάει έναν ποταμό που κατέβαζε πάγο από το βουνό. Μες στο κρύο το νερό, περίμενε μια αρκούδα κι άρπαζε – χραπ! – τα ψάρια που διαβαίνανε και τα κατέβαζε αμάσητα. Στάθη ο Λιοσθένης και τη θάμαζε τι ογλήγορη που ήτανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γεια χαρά σου, κυρά αρκούδα», τη χαιρέτησε. «Καλή και άξα είσαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άξα είμαι», τον αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνος που τρίφτει την πέτρα με το χέρι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ είμαι», της φανερώθη. «Έρχεσαι κοντά μου που ταξιδεύκω;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αμ δεν έρχομαι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάνε κι δυο αντάμα, παλικάρι κι αρκούδα, παρακάτου συναντάνε τράφο και σταθήκανε να ξεδιψάσουνε. Δεν προκάμανε να σκύψουνε και σα μια σκιά να πέρασε σιμά τους και κρύωσε ο σβέρκος τους. Κι άξαφνα, να ο έλαφος με τα κέρατα να πίνει πριχού από δαύτους. Είδανε και θαμάξανε πως έτρεχε σαν τον αέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γεια χαρά σου, κυρ έλαφε», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που πιάνει και τρώει ζωντανό το φαΐ της».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αρκούδα. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αμ δεν έρχομαι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάνε κι τρεις αντάμα, παλικάρι, αρκούδα και έλαφος, παρακάτου συναντάνε λαγούμι. Και μια αλουπού έσμπρωχνε ένα μακρύ ξύλο μέσα και το κούναγε, να φαίνεται σαν να χαρχάλευε με τα νύχια της. Ώσπου ο πόντικας βγήκε σκιαγμένος από την άλλη τρύπα του σπιτικού του κι έπεσε στο στόμα της που τον παραμόνευε. Είδανε και θαμάξανε την πονηριά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γεια χαρά σου, κυρά αλουπού», τη χαιρέτησαν. «Καλή και άξα είσαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άξα είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξος είν’ εκείνον που δεν τον προκάνω να τον βρω για να τον γελάσω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ είμαι», του φανερώθη ο έλαφος. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αμ δεν έρχομαι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάνε κι τέσσαροι μαζί, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος κι αλουπού, παρακάτου συναντάνε ένα στρουθί που πέταγε ψηλά. Μεσ’ από τα σύγνεφα πρόβαλ’ αϊτός και το άδραξε με τα νύχια. Έπεσε αντίθετα με τον ήλιο ο ήλιος κι ούτε ο ίσκιος του δεν πρόκαμε να τον προδώσει. Είδανε και θαμάξανε τι προσεχτικός που ήτανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γεια χαρά σου, κυρ αϊτέ», τον χαιρέτησαν. «Καλός και άξος είσαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άξος είμαι», αντιχαιρέτησε, «μα δέκα φορές πιο άξα είν’ εκείνη που τη βλέπει ο κυνηγημένος και πάλι απ’ την πονηριά της δε βρίσκει τρόπο να γλιτώσει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ είμαι», του φανερώθη η αλουπού. «Έρχεσαι κοντά μας που ταξιδεύκουμε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αμ δεν έρχομαι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάνε κι πέντε αντάμα, παλικάρι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, παρακάτου συναντάνε άντρο φραμμένο με λιθάρι ριζιμιό, τρανό σα σπίτι. Φαγωθήκανε να δούνε τι βρισκότανε μέσα. Άλλος είπε μάλαμα, άλλος είπε το αθάνατο νερό, άλλος το στοιχειό του τόπου. Σφίγγει το ζωνάρι του ο Λιοσθένης, αρπάζει το κοτρώνι, αγκομαχά, το σκώνει και τ’ απιθώνει στην άκρη. Περνάνε μέσα, βρήκανε μια σκάλα. Κατεβαίνουνε, κατεβαίνουνε, μια μέρα και μια νύχτα. Φτάνουνε σ’ έναν τόπο ξένο, μ’ άλλο ήλιο κι άλλο φεγγάρι απ’ τα δικά μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί έτρεχε νερό κρούσταλλο και λουζότανε μια κόρη που σαν και δαύτη δεν είχε ξαναδεί ανθρώπου μάτι, η πεντάμορφη του κάτου κόσμου. Ο Λιοσθένης θαμπώθηκε κι είπε θ’ αποθάνει από τη στεναχώρια άμα δεν την πάρει γυναίκα του. Έκαμε να πάει κοντά της, μα ‘κείνη είχε κιόλα πάρει τη στράτα. Διαβήκανε οι πέντε ταξιδιώτες ξοπίσω της, φτάσανε σ’ ένα κάστρο που το φυλάγανε σαράντα γίγαντες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ώρα καλή σας», χαιρέτησε ο Λιοσθένης, «μόνο μεριάστε, τι γυρεύω ταίρι και δε με στομώνει μήτε άνθρωπος μήτε θεριό τούτη την ώρα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όποιος έχει ανάκαρα να φτάνει εδώ», είπανε ούλοι οι γίγαντες αντάμα και σείστηκε ο τόπος με τη βοή, «έχει να περνάει όσα τον βάλουμε. Κι άμα τα κάνει, παίρνει την αδερφή μας. Άμα δεν τα κάνει, μας δίνει την καρδιά του να τη φάμε, να πάρουμε την αντρειοσύνη του».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι σύντροφοι λιγοψυχήσανε σαν είδανε τον τόπο γιομάτο από άρματα παλικαριών που είχανε αφημένη εκεί την ψυχή τους, μα ο Λιοσθένης δεν έκανε πίσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βάλτε ό,τι αγαπάτε», καυκήθηκε, «άλλο γαμπριάτικο αντίδωρο δεν έχω να σας κάμω παρά το θάρρος μου και θα το ιδείτε καλά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάμανε οι γίγαντες βουλή και τον πήγανε σε μια βαλανιδιά που έστεκε μονάχη, να την κόψει πριχού να ξημερώσει. Χιλιοχρονίτικη ήτανε και τόσο παχιά που δέκα παληκάρια δε φτάνανε να πιαστούνε χέρι-χέρι να στήσουνε χορό γύρα της. Όσο την πελέκαγε από τη μια ο Λιοσθένης, εκείνη έθρεφε από την άλλη. Πελέκησε από δεξά, πελέκησε από ζερβά, στόμωσε το τζικούρι του, στο τέλος καταράστηκε την τύχη του κι ότι κόντευε να λαλήσει ο κόκορος και να προβάλει ο ήλιος, πιάνει το δεντρί από τις ρίζες και του δίνει μια μ’ όλη του τη δύναμη και το ξεπατώνει. Χωρίς της μάνας γης τον κόρφο, ψόφιο ήτανε πια και το λιάνισε όπως τ’ άρεσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι γίγαντες σα να είδανε τα σκούρα, πως δεν τον κάνουνε καλά το γαμπρό με πράματα που να θένε δύναμη. Πάλι κάμανε βουλή κι είπανε να σείσουνε μια καστανιά κι άμα φτάσει φύλλο ίσαμε το χώμα, πάει χαμένος. Πιάνει ο μεγαλύτερος αδερφός, σβουρίχτει μια στο δεντρί, δεν έμεινε φύλλο σε κλαρί. Είπανε πως θα τον χαλάγανε πια το Λιοσθένη – δυο χέρια είχε, δεν πρόκανε να τα πιάσει όλα. Μα τον είδανε να μην κουνεί καθόλου. Έπιασε κι έριχτε σαΐτες τη μια πίσω στην άλλη και τα σούβλιζε στον αέρα δέκα-δέκα τα φύλλα και τα κόλλαγε στο ξύλο. Στο τέλος περισσεύανε ακόμα, κι άλλη σαΐτα δεν είχε να πετάξει. Πέταξε το κοντάρι του και πάλι έμεινε ένα, πέταξε το μαχαίρι του και το πρόκαμε το φύλλο και το κόλλησε ίσα που θ’ ακούμπαγε στη γης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απολπιστήκανε πια οι γίγαντες πως ετούτο το γαμπρό δεν είχανε να τον χαλάσουνε παρά με ατιμία. Καμωθήκανε το λοιπό πως στρέχουνε για το γάμο, μα πρώτα να κάμει προετοιμασίες άμα είναι άξος. Να φέρει νυφιάτικη φορεσά από τη Νιάπολη. Να γιομώσει σαράντα και δύο κοφίνια φαγιά για το τραπέζι – να φάνε κι αυτοί κι ατός του κι η νύφη. Να πάρει το δαχτυλίδι της μάνας τους της γιγάντισσας που το φυλάγανε αναμεταξύ τους, ποιος ξέρει ποιος αδερφός. Όλα τούτα, πριχού περάσουνε εφτά μερόνυχτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ευτύς ο αϊτός, η αρκούδα κι ο έλαφος κινήσανε ορμηνεμένοι, μα ο Λιοσθένης έγειρε στο χορτάρι και το ‘στησε να παίζει ζάρια με την αλουπού. Οι γίγαντες είχανε σταθεί ο ένας σιμά στον άλλο να φυλάνε το δαχτυλίδι και τον θωρούσανε με μισό μάτι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διαβαίναν’ οι μέρες, και δεν έλεγε να σκωθεί ο Λιοσθένης. Αρχίνησε η αρκούδα να ποστιάζει κοφίνια με ψάρια, μάζωξε σαράντα και έξι – τι λες, οι τέσσαροι σύντροφοι του παλικαριού νηστικοί θα μένανε, για δε θα τους καλάγανε στο τραπέζι; Ότι πήγαινε να περάσει κι η μέρα η στερνή, ακούνε ποδοβολητό και ‘φάνη μπουχός. Να και φτάνει κι ο έλαφος με τη φορεσά της νύφης, άσπρη κι αργυρή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άργεψα», λαλεί, «τι σκιαζόμουνα μην ιδρώσω και στάξει στο μετάξι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τσάμπα πήγες κι ήρθες», καυκηθήκανε οι γίγαντες. «Τι το δαχτυλίδι δεν έφτασε τον γαμπρό το χέρι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μπα», αποκρίθη η αλουπού, «τώρα πίσω-πίσω; Έχει μέρες που σας το ‘χει παρμένο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι γίγαντες κιτρινίσανε σαν το μάλαμα κι εκείνος που είχε τον αρραβώνα απάνου του, έβαλε το χέρι στο τζελπένι του και τον φανέρωσε, να σιγουρευτούνε. Και να ο αϊτός βούτηξε από κει πού ‘τανε κουρνιασμένος, στις πολεμίστρες του κάστρου. Έπιασε στα νύχια τον κεντημένο κρίκο και πήγε και τον απίθωσε στο χέρι του Λιοσθένη. Κι εκείνη τη στιγμή έκατσ’ ο ήλιος και πάει η στερνή η έβδομη μέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άλλο δεν είχανε να πούνε πια οι γίγαντες, τον είχανε πάρει από φόβο το γαμπρό τους. Κατεβάσανε την αδερφή τους από την κάμαρή της – που τα ‘χε όλα ιδωμένα από τα παραθύρι και τον είχε βάλει στην καρδιά της το Λιοσθένη – και τον αφήκανε να της περάσει το δαχτυλίδι. Και μετά πήγανε ούλοι αντάμα και στρώσανε τραπέζι στον τόπο που ήτανε πρωτύτερα η χιλιόχρονη βαλανιδιά. Ψήσανε τα ψάρια, φέρανε καρβέλια, φάγανε κι ήπιανε κρασί ανέρωτο. Βάλανε δικές τους κούπες οι κουνιάδοι, τρανές σαν κουβάδες, ώσπου οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός γλαρώσανε και σέρνανε τα ποδάρια τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε φανερώσανε οι γίγαντες πως ακόμα ατιμίες είχανε στη βουλή τους. Ο μικρότερος, ίσα αψηλότερος από άνθρωπο, πήγε κρυφά και έσυρε τη σπάθα του Λιοσθένη από τη θήκη της και τον άφησε πια ξαρμάτωτο, που δεν είχε πια μήτε τζικούρι, μήτε σαΐτα, μήτε κοντάρι, μήτε μαχαίρι. Κι οι άλλοι αδερφοί πιάσανε ό,τι είχανε, ματζούκια, σπαθιά, τζικούρια, να τον χαλάσουνε το γαμπρό. Μα δεν είχανε να κάμουνε με παιδί σαν τ’ άλλα, να το ζαλίζει το κρασί, μήτε βαρέλι ολάκερο. Ο Λιοσθένης ούτε δε γνώριζε φόβο, δε γνώριζε κόπο. Έπιασε ένα από τα ποδάρια του τραπεζού, το ξεστέλιωσε και αρχίνησε να βαρεί όπου έφτανε. Χέρια τσάκιζε, κεφάλια άνοιγε, τους ξεπάτωσε όλους παρεκτός του μικρού που δεν τόλμαγε να ζυγώσει στην αμάχη. Είπε κι εκείνον να τον χαλάσει, μα έπεσε η νύφη στα πόδια του και τον παρακάλεσε να κάμει πίσω, τι δεν είχε βάλει ποτέ ο στερνός αδερφός ανθρώπινο κρέας στο στόμα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είπαν κι οι τέσσαροι σύντροφοι, αρκούδα, έλαφος, αλουπού κι αϊτός, να δώσει τόπο στην οργή και τους έκαμε το χατίρι. Μα τον έβαλε τον κουνιάδο του να δώσει όρκο πως δε θα γινότανε ποτές του φονιάς κι άδικος σαν τους μακαρίτες. Και δαύτος, για να ευχαριστήσει το γαμπρό του, έπιασε και σιδερόντυσε το ξύλο που χάλασε τ’ αδέρφια του, να το κάμει πρώτο αναμεταξύ στα άρματά του ο Λιοσθένης.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1535764127653914058-5227118930167091109?l=sonsofash.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://sonsofash.blogspot.com/feeds/5227118930167091109/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1535764127653914058&amp;postID=5227118930167091109&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5227118930167091109'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1535764127653914058/posts/default/5227118930167091109'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://sonsofash.blogspot.com/2009/06/blog-post.html' title='Οι Περιφέρειες - Ανθρακίας'/><author><name>Ελευθέριος Κεραμίδας</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01592401096333438342</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1535764127653914058.post-1193381785411348144</id><published>2009-04-16T23:23:00.004+03:00</published><updated>2009-04-17T00:41:33.306+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Περιφέρειες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Βασιλεία Αιγλωέων'/><title type='text'>Οι Περιφέρειες - Αργυρούπολης</title><content type='html'>Η Αργυρούπολη δεν παράγει τίποτε. Αλλά προσφέρει κάθε είδους υπηρεσία και είναι χτισμένη στο πιο κομβικό σημείο της Οικείας Ανατολής. Όπως δηλώνει και το όνομά της, εκεί όλα έχουν μια τιμή. Και οι κάτοικοί της ζουν (δηλωμένα) με μια πιο χαλαρή ηθική από τους υπόλοιπους Αιγλωείς, αγνοώντας ακόμη και αρχές όπως η απαγόρευση της Εκκλησίας του Δημιουργού για διαζύγια και γάμους πέρα από τον πρώτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Η ξαναπαντρεμένη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλησπέρα στην αφεντιά σας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήτανε μια φορά μια μικροπαντρεμένη. Κι είχε πάρει έναν άντρα που δεν ημπορούσε να βάλει σε σειρά τη ζωή του, πιοτή και παιζοζάρη. Μάλαμα δεν έμενε στο χέρι του, ασήμι δεν έφτανε στο σπίτι του∙ ό,τι κέρδιζε, μετά ή το ξανάπαιζε ή το ‘πινε. Ώσπου έδωσε ο Δημιουργός και βρήκε την πλερωμή του και πάει από προσώπου γης. Και μείνανε η γυναίκα του κι η θεγατέρα του – μωρό της αγκαλιάς – στους πέντε δρόμους με μόνη κληρονομιά δυο ζάρια κοκάλινα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χωρίς στον ήλιο μοίρα, η χήρα γύρεψε να πορευτεί με τον δικό της τον κόπο. Ήτανε χρυσοχέρα και τη δεχτήκανε πολλοί στη δούλεψή τους. Και ράφτρα έκανε, και κεντήστρα και την πλύστρα. Μα ήθελε η Μοίρα της να είναι έμορφη και όλο τα αφεντικά της είχανε πονηριά στο νου και μήτε τα μαύρα που φόραγε σεβαστήκανε, μήτε το παιδί της. Έτσι έφευγε κάθε φορά και πήγαινε παραπέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ώσπου ευρέθη ένας άνθρωπος καλός και τίμιος που την έβαλε στο μαγέρικό του και είδε άσπρη μέρα γιατί τα φαγιά της αρέσανε σε όλον τον κόσμο και από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε και δεν είχε χώρο και καρέγλες πια να βάνει την πελατεία του. Τι τα θες; Πέρασε το πένθος της, ήτανε κι εκείνος νιος κι ωραίος, τα βρήκανε μεταξύ τους κι είπανε να κάμουνε γάμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έλα που η μάνα του δεν την ήθελε. Τι τη θες αυτή, του ‘λεγε, που μπορείς να πάρεις όποια θες, κοπέλα αχάλαστη, δίχως να σου φορτώσει ξένο παιδί; Και μια γειτόνισσα που τον είχε βαλμένο στο μάτι από καιρό να τον παντρολογήσει με την θεγατέρα της, του ‘λεγε να το σκεφτεί καλύτερα, τι και γιο να του κάμει η χήρα, πάλι την κοπέλα της θα κοιτάει καλύτερα, που την είχε πρωτογεννημένη. Ως και οι φίλοι του, πάλε λόγια του βάνανε – ότι αυτή που έχει γνωρισμένο έναν άντρα και τώρα θα μάθει και δεύτερο, μετά γιατί να μη θέλει και τρίτο και τέταρτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτουνού το κεφάλι δε γύριζε. Την είχε βάλει στην καρδιά του και αφορμή δεν του είχε δοσμένη πως ο χαρακτήρας της δεν είναι τίμιος. Όπως το είχανε κουβεντιασμένο, της έβαλε στεφάνι. Και στους εννιά μήνες απάνω, του ‘καμε και το γιο. Χαρές και γλέντια, το μαγέρικο όλο γεμάτο, και η ξαναπαντρεμένη δεν είχε δείξει άλλο πρόσωπο. Τον νέο τον άντρα της τον είχε κορώνα στο κεφάλι της, τη δουλειά της όπως πάντα και πρώτα κοίταγε αν είναι το μικρό το παιδί φαγωμένο και ντυμένο, μετά το πρώτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά οι δικοί του πάλε δεν τη χωνεύανε, κάτι τους ξίνιζε, κάτι τους βρώμαγε κι όλο τη γλωσσοτρώγανε. Πες-πες, τους κατάφερε η γειτόνισσα να τόνε γελάσουνε πως η γυναίκα του έκανε αίσχη πίσω από την πλάτη του, να τη διώξει, για το καλό του τάχαμου – λες και δεν ήξερε εκείνος ποιο ήταν το καλό του και το ξέρανε μαθές όλοι οι άλλοι για δαύτονε. Να μην τα πολυλογούμε, μια μέρα που ο ταβερνιάρης είχε πάει στους μακελάρηδες να πάρει κρέατα για το μαγέρικο κι η γυναίκα του ζέστανε νερό να κάμει το λουτρό της, η μάνα του έβαλε έναν από τους φίλους του το σπίτι κι η γειτόνισσα έτρεξε και τόνε φώναξε. Γυρνάει σπίτι, τι να ιδεί, βρήκε τη γυναίκα του τσίτσιδη που είχε κάμει το λουτρό της, το φίλο του στην κάμαρη και το γιο του να κλαίει παρατημένος στην κούνια που τον είχε τσιμπημένο η μάνα του ταβερνιάρη γι’ αυτή τη δουλειά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τα λίγα και τα πολλά, την πέταξε στο δρόμο τη γυναίκα του και την κοπέλα της και μήτε να την ξαναϊδεί, μήτε να την ξανακούσει ήθελε, μήτε της έβαλε πίστη στην αλήθεια που του ‘λεγε. Με τον καιρό, τον καταφέρανε και πήρε και την θεγατέρα της γειτόνισσας, τι είχε και το μωρό και χρειαζούντανε κι εκείνο φροντίδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας τους αφήσουμε τώρα αυτούς, να πούμε τι απογίνηκε η διωγμένη. Αφού καλό δεν περίμενε από κανέναν πια, πήρε των ομματιών της να φύγει στις ερμιές, να μην ξανασυναντήσει άνθρωπο. Έπιασε την θεγατέρα της από το χέρι και πηγαίνανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ώσπου αποστάσανε και μπήκανε σ’ ένα χάλασμα να κοιμηθούνε. Μέσα στο όνειρο της γυναίκας παρουσιάστηκε ο πρώτος της ο άντρας, ίδιος όπως τη μέρα που τόνε πήρε γαμπρό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη σκιάζεσαι», της λέει, «και γύρισα πίσω για καλό. Πολλά άδικα σού ‘χω καμωμένα και τρίζουνε τα κόκαλά μου μες το μνημούρι, ένα κυπαρίσσι δε φυτρώνει να μου κάμει ίσκιο, καντήλι δε μου ‘χει ανάψει ποτές. Δε βρίσκω ησυχία ν’ αναπαθώ α δε διορθώσω τα κρίματά μου. Το πρωί που θα ξυπνήσεις, βάλε και σκάψε δίπλα στη γωνιά, εκεί που είναι η παλιά χόβολη ξεραμένη. Με ό,τι βρεις, κάμε όπως καταλαβαίνεις καλύτερα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι που την είχε ορμηνεμένη έκαμε την αυγή και βρίσκει βαθιά στο χώμα ένα σακούλι φλουριά. Ξανάβαλε το μυαλό της και σκέφτηκε και αποφάσισε πως όλες τις ατυχιές της τις είχε πάθει που είναι γυναίκα. Γύρισε πίσω στην πόλη και πρώτα-πρώτα παρήγγειλε αντρίκια ρούχα να φορέσει και αγορίστικα για την θεγατέρα της. Ύστερα πήγε στο μαγέρικο που ήτανε απέναντι από του δεύτερου του άντρα της και το αγόρασε με τα φλουριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκατσε και το ασβέστωσε, άλλαξε τραπέζα και καρέγλες και το ‘καμε αγνώριστο. Έκανε και το μάγερα μοναχή της και σιγά-σιγά, μάζεψε πελατεία κι έκανε χρυσές δουλειές. Μα και ο άντρας της δεν πήγαινε τελείως χαμένος, όποιος δεν έβρισκε να κάτσει στο δικό της πήγαινε απέναντι. Άλλο καλό όμως δεν είχε εκείνος ο άνθρωπος. Ο δεύτερος ο γάμος του βγήκε σκάρτος. Η γειτονοπούλα του έκαμε δεύτερο γιο και μόνο το δικό της παιδί κοίταζε να ‘χει καλά ρούχα και να ναι φαγωμένο. Ο πρώτος ο γιος όλο με τα αποφάγια είχε να κάμει και με ξύλο και του ‘λεγε πως αν 
